Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Εποχή.


Σήμερα δε θυμάμαι, ή ίσως, δε θέλω να θυμάμαι συνειδητά, από πού βγήκα. Από τι πετάχτηκα. Πού φύτρωσα, άραγε, κύριοι;
Όχι σαν μομφή προς κάποια σάρκινη περσόνα με την οποία μοιραζόμεθα DNA- διότι τώρα το συνειδητοποίησα ότι πάει και κει ο νους. Όχι. Περίεργο, αλλά όχι.
Θυμάμαι ελάχιστα. Νυστάζω πολύ. Πεινάω πολύ. Αλλά θυμάμαι ελάχιστα. Σε σημεία πληθαίνουν, όπως έλεγε ο Χριστός, φάτε του σκασμού, φάτε ένα κώλο ολόκληρο και πληθύνετε- έτσι.
Αλλά χωρίς τη μάσα.

Θυμάμαι το φθινόπωρο στο χωριό μου. Ένα συγκεκριμένο φθινόπωρο. Δε θυμάμαι πότε. Δε θυμάμαι χρονιά. Αλλά ζούσα τότε χωριό. Ζούσα. Και η μόνη μου λαχτάρα, ήταν να τελειώσουν οι ώρες στο λύκειο, για να μπορέσω να φύγω, να πάω σπίτι, να φάω, να πάω γυμναστήριο, να καθίσω ώρες, να γυρίσω πονώντας, να φάω, να ξαναφάω, να αράξω στον υπολογιστή, να ξαναφάω, να κοιμηθώ.
Αλλά εκείνο το φθινόπωρο. το θυμάμαι. Δε θυμάμαι πότε. Δε ξέρω. Θυμάμαι αυτό. το φθινόπωρο το συγκεκριμένο.
Επισκέπτηκα τον εαυτό μου περπατώντας στο δρομάκι από τα κτήματα, τότε που όλα ήταν χρυσαφιά και κόκκινα, πορφυρά, μόνος μου περπατώντας, μοιράστηκα ένα πρόστυχο ανέκδοτο με τα χορτάρια που τρέμανε ζαρωμένα, μα ακούγανε πιο πολύ απ τον καθένα, και περπάτησα, χαμένος στο χρυσάφι. Τότε που όλα νεκρώνανε με γλυκιά μελαγχολιά.
Γλυκιά μελαγχολία.
Λέξη κλειδί στη ζωή μου.
Μας. Στη ζωή μας.

Και μικρότερος.
Πάλι στο δρομάκι.
Χειμώνας πλέον.
Όσα δε φτάνανε τότε, τα κατανοούσαμε από την έλλειψή τους. Και η υπομονή μας τότε δεν έφτανε για τίποτα. Και το γκρίζο παράθυρο με τις ψιχάλες που ήταν το σκηνικό, σε έφτανε, θες δε θες, σε αυτό το συμπέρασμα.
Και πάλι περπάτημα. Και με βροχή. Βράδυ; Γύρναγα από φροντηστήριο στη διπλανή πόλη.
Είδα μια ψόφια γάτα. Ωραία. Τη προσπέρασα, χαιρετώντας εύθυμα. Σέβας.
Την επόμενη μέρα περπατώντας, πάλι- η γάτα στο ίδιο σημείο, άρχιζε να λιώνει το κουφάρι της.
Την παραεπόμενη, το ίδιο.
Ήμουν παρόν, βλέποντας τη σταδιακή μεταμόρφωση του πριν έμβιου, μέρα με τη μέρα, σε κουφάρι. Το θυμάμαι. Ψεύτικο παλτό. Όργανα εσωτερικά, μπλε σα μάτια ψαριών. Ειρηνικά. Αρμονικά όλα. Έμενα μαλάκας τουλάχιστον 10 λεπτά κάθε μέρα και χάζευα το ίδιο και το ίδιο. Δε με σόκαρε το ότι, κάτι πέθανε- σιγά. Αλλά υπήρχε μια ανώτερη δύναμη εκείνη τη στιγμή, η περιοχή γύρω από τη γάτα είχε ηρεμήσει σχεδόν παρά τη θέλησή της.
Έμεινε ένα σκάφος. Ένα κουκούλι.
Πουλιά πρέπει να φάγανε τα μάτια. Μάλλον. Λογικά.
Και έμεινε μια φορεσιά. Σιγά, σιγά. Μια φορεσιά.
Ζογκλεριλίκι. Τότε πρωτάρχισε να μη με νοιάζει το αύριο, ιδιαίτερα.
Και ξες και κάτι; Αν αντί για γάτα, ήταν άνθρωπος,
και ας ήταν η διαδικασία ίδια,
δε θα με ένοιαζε τόσο.
Τότε, τις γάτες μου τις λάτρευα περισσότερο απ οτιδήποτε άλλο.
Τις γάτες και τη γιαγιά μου.

Θυμάμαι και άλλη εποχή.
Τα πρώτα καλοκαίρια εκείνα.
Πιο μόμολο ακόμα σχετικά.
Ένα μάτσο καλοκαίρια, στη κούτρα μου σφηνωμένα σα μπουκέτο με λουλούδια.
Η καύλα. Ο αυνανισμός με τον ιδρώτα, η υπέροχη ζάλη του ότι,
"μπορείς να κάνεις τα πάντα".
"αν θες"
"μπορείς".
Υπέροχες αισιόδοξες μαλακίες της εποχής, μα πόσο υπέροχες.
το καλοκαίρι τότε ερχόταν με περιέργεια
για όσα θα έπρεπε να ΓΙΝΟΥΝ
για όσα έπρεπε να ΜΑΘΕΥΤΟΥΝ
να γίνουν προϊόντα βίου σαν εμπειρίες.
Ζεστά χαλίκια στις πατούσες.
Σφιγμένα μούσκουλα στις ντουζιέρες,
όραση ελάχιστη από τον κωλοήλιο,
ομπρέλες με επισκέπτριες από Αθήνα,
μόμολα σε παροξυσμό στις παραλίες, παροξυσμό.
Όλα αυτά, απλά λεπτομέρειες.
Η ουσία; Η περιέργεια του καλοκαιριού τότε, να μάθει τον εαυτό του
πριν μάθουμε μεις αυτό.
Και η ζέστη απ τα χαλίκια.
Σε πόδια, πλάτη, λαιμό, κοιλιά.
Η ζέστα απ τα χαλίκια.

Υπήρχε, με όλο το θάρρος, με όλη την ειλικρίνεια,
και συγχωρέστε με γι αυτό,
αλλά υπήρχε τότε στη ζωή μου μεγάλη ποιητικότητα.
Δε ξέρω προερχόμενη από πού,
και δεν εννοώ φυσικά τις ποιητικοφανείς απόπειρες του τώρα
για περιγραφή του τότε.
Αλλά το ένιωθες.
Αν μύριζα, θα ένιωθα ποίηση να μου γαργαλάει τα ρουθούνια.
Καμία επεξήγηση, ακόμα και με το επιχείρημα της τότε ανεμελιάς της ηλικίας.
Όχι.
Δεν υπήρχε ανεμελιά από ένα σημείο και μετά, ούτως ή άλλως.
Πολλές φορές νόμιζα ότι ζούσα σε ένα βενετσιάνικο παραμύθι
με κρυφές αυλές, καταπράσινα αμπέλια, ξωτικά πίσω από τεράστιες κολοκύθες,
κρασιά πεντανόστιμα που αν τα πιεις χάνεις τη μισή σου ψυχή από τα πνεύματα στο μπουκάλι,
στρίγκλες που σε μαγκώνουν αν περπατάς το βράδυ κοντά σε νεκροταφεία,
πανέμορφες γυναίκες.
Ω ναι, πανέμορφες γυναίκες.
Αυτές μείνανε πάντα στο μύθο,
και μια συγκεκριμένη που δεν υπάρχει στη πραγματικότητα,
πού και πού με επισκέπτεται στα όνειρά μου ντυμένη με άσπρα πέπλα-
το μόνο πράμα που κράτησα από την ποίηση στη ζωή μου, πλέον.
Συναναστράφηκα με όμορφες γυναίκες μέχρι τώρα, έτσι ή αλλιώς,
άρα είμαι τυχερός από μια άποψη.
Αλλά ποτέ δε βρήκα την συγκεκριμένη μες τα όνειρά μου σφηνωμένη.
Πώς την έλεγε ο Pratt;
Η Πανδώρα που κάθεται νωχελικά στο μισοφέγγαρο.
το άπιαστο, το ιδεώδες.
Αυτό.

Και τώρα απλά κοιτάς τη φάτσα σου στο καθρέφτη και νευριάζεις.
Επειδή ξέρεις ότι το να δεχτείς ένα κενό κάπου κει ενδιάμεσα,
κοντά στην aorta ίσως, παληκάρια μου,
δεν ειν δικιά σου απαισιοδοξία, είναι απλά η ζωή σου ή ίδια.
Και η Πανδώρα πλέον
αντικαθίσταται από γαμημένους ύπνους
και συχνά πυκνά καμιά ανωμαλία lucid dreaming για να γουστάρουμε,
για το κέφι ρε αδερφέ,
σκατόφατσες υπερφυσικές μπρος στη μάπα μου και στους τοίχους μου.
Και οι όμορφες γυναίκες στη ζωή μου
απλά τώρα φαντάζουν σκιές από καλάμια
σε παραλίες άδειες, απέραντες μεν αλλά άδειες,
με δάκρυα με γεύση βότκα, να τσούζουν
και τα μάγουλά τους όταν κλαίνε,
και το λαρύγγι μου όταν τα πίνω.
Και χίλιες δικαιολογίες
και χίλια δήθεν και χίλιες ουσίες και οινοπνεύματα
και αρχίσανε λέει το τραγούδι, μες το μυαλό τα πνεύματα,
να γαμάνε το σύμπαν. Πεντακόσα σλόγκαν, πεντακόσοι λόγοι να κλείσεις τώρα την οθόνη.

Τελευταία στιγμή ποίησης ήταν όταν άκουσα το "Sound in Time".
Από τους Lungfish.
Εκεί κάτι κινήθηκε, τότε, ένα γρανάζι ξεσκούριασε.
Και μέχρι σήμερα, το ξανανακαλύπτω συνέχεια.
Με ένα παράθυρο θολό,
ροχαλητά από τα καθίσματα γύρω μου,
τρίχες και σταυρουδάκι να ξεπροβάλλει μπρος απ το τιμόνο,
λουρίδες στο δρόμο, λουρίδες,
και δέντρα
και λουρίδες, λουρίδες,
και τα φωτάκια το βράδυ από μακριά, απ τα σπίτια απέναντι
ναναι σαν πυγολαμπίδες
που γαμιούνται πρόστυχα και τρώει η μια την άλλη.
The power of a single dollar...

4 σχόλια:

Flonsavardu είπε...

Πολύ ωραίο.

Λιος είπε...

Σε ευχαριστω πολύ.

Ανώνυμος είπε...

May I say...well done!Μπραβο ρε Ηλια. Μου χαλασες/εφτιαξες τη μερα. Μου δημιουργηθηκε ο ψυχαναγκασμος να στο πω.:)

ομοιοπαθουσα

Λιος είπε...

Ανωνυμη, να'σαι καλα- πιες ενα ποτηρακι απ οτηδηποτε στην υγεια σου και στην υγεια μας και ολα παν καλα ;p