Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Και ποιος κοιμάται καλά, σάμπως;




Δεν υπήρχε πλέον "πολιτισμός". Για την ακρίβεια, δεν υπήρχε τίποτα, εκτός από έναν τεράστιο ωκεανό. Και επιπλέαμε, εγώ με άλλους δύο φίλους. Επιπλέαμε. Τι άλλο να κάναμε; Χρόνος έδειχνε να μην υπάρχει επίσης. Ήταν όλα πεντακάθαρα, "ημέρα μεσημέρι" καλοκαιριού που λέμε, μόνο που, ήλιος δεν υπήρχε πουθενά. Δε δείχναμε να μας νοιάζει το ότι έπρεπε να κολυμπάμε συνέχεια. Ο ένας μίλαγε συνέχεια για "παιδικά παιχνίδια" χωρίς να βγάζει νόημα. Εγώ, με τον άλλονα, κυνηγάγαμε χταπόδια. Τα οποία χταπόδια κολυμπούσαν απελπιστικά κοντά μας, λες και το έκαναν επίτηδες- δε μπορούσα παρά να παρατηρώ ότι θέλανε να φαγωθούν, εν τέλει. Ο φίλος τα έπιανε μέσα από το νερό με τα χέρια, και μου τα πέταγε, ώστε να τα διαμελήσω με τα χέρια μου- άγνωστο το γιατί να διαμελήσεις ένα χταπόδι έτσι, στη ψύχρα. Αλλά ποτέ δε τα κατάφερνα- μου πέταγε χταπόδια, κι εγώ απλά σάστιζα και μου φεύγανε μέσα από τα χέρια.
Πού και πού, πέρναγαν και νερόφιδα. Κολυμπώντας κάτω από τα πόδια μας, σχεδόν τα ένιωθα να μου γαργαλάνε τις πατούσες. Δε τα πειράζαμε. Ο ένας φίλος τα έλεγε "θεούς" και έκανε κάτι σαν άτσαλο σταυρό κάθε φορά που ένιωθε ένα να τον ακουμπάει. Ηλιθιωδώς αγχωτικό θέαμα, διότι δε μπορούσα να δεχτώ το ότι απλά νερόφιδα ήταν τόσο άγια- και πού είναι οι υπόλοιποι; Πού είναι οι πολυκατοικίες; Οι κοινωνίες σας (μας);
Στο τέλος, το νερό σκούρυνε υπερβολικά πολύ. Οι δυο φίλοι πανικοβλήθηκαν και κολύμπησαν μακριά, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, φωνάζοντάς μου να ακολουθήσω. Δεν έκανα τίποτα, και καθόμουν σα κούτσουρο να κοιτάω μια τεράστια τσούχτρα να κολυμπάει κάτω από μένα, και, μόλις την κοίταξα, παρατήρησα ότι έκανε το ίδιο, και ότι είχε ένα σκασμό από ανθρώπινα μάτια πάνω στη πλάτη της, που με κοζάρανε επίμονα.
(ξύπνημα πρώτο από το κρεβάτι, ώρα 7 το πρωί)


Ήμουνα στους παλιούς μου δρόμους, που μεγάλωσα, σε κείνη την απερίγραπτη κωλογειτονιά στο Κιάτο. Για την ακρίβεια, πολύ πιο κάτω από το παλιό μου σπίτι, στο ποτάμι. Τα γύρω σπίτι είχαν μεταλλαχτεί, έμοιαζαν λες και πέρασε πανούκλα, ή κάποιος τυφώνας, ή κάποια μεγάλη καταστροφή. Καθόμουνα στο έδαφος και παρατηρούσα τον ελάχιστο κόσμο... ή εν πάσει περιπτώσει, τους μουρλούς. Διότι όλοι μουρλοί ήτανε, με μισά χέρια, μισές μούρες, ξυλοπόδαρα, πατερίτσες, μαντήλια. Σαν το έργο του Goya που έβαλα επίτηδες από πάνω, στη μορφή περισσότερο. Δε με πείραζαν, το θυμάμαι. Αισθανόμουν άβολα, ειδικά κάθε φορά που ένας από αυτούς περνούσε δίπλα μου, μουγκρίζοντας σα γουρούνι, βγάζοντας άναρθρες κραυγές ή παρόμοια εκλεπτισμένα πράματα, αλλά δε φοβόμουν. Ήμουν κυριλέ. Σε μια φάση ένας γερο-οικοδόμος (ή γερο-τεχνίτης γενικότερα), με ένα πράσινο πουκάμισο, αξύριστη μούρη και κοντά άσπρα μαλλιά, μεγάλη μύτη, γαλότσες και μεγάλη μπάκα, με πλησίασε χαμογελώντας και μου είπε κάτι σαν "Κούλαρε. Εδώ είμαστε στη ζωή. Κοίτα τριγύρω". Κάθισε και μου έδειξε μια καλύβα ακριβώς απέναντί μας. Έξω από αυτήν, ένας τεράστιος (σχεδόν γίγαντας) αγριάνθρωπος με ένα σφυρί στο χέρι και τίγκα στη τρίχα, χτυπούσε μια χοντρή χωριάτισσα/νοικοκυρά στη κοιλιά (με το σφυρί) με μανία, ενώ από πίσω της την κρατούσε ένας κοντύτερος με μεγάλη κόκκινη μύτη (σα κλόουν) και μεγάλα παπούτσια. "Αυτοί είναι αδέρφια, αυτή είναι η γυναίκα του ενός και την πηδάνε μαζί, εναλλάξ, και τώρα αυτή δεν ήθελε να τον φάει από τον κώλο και την τιμωρούνε" είπε ο γερο-τεχνίτης και γέλασε σα να έβηχε. Ήθελα να φύγω. Αυτή λέει ήταν η ζωή. Δε μ'αρέσει η ζωή. Θέλω να φύγω, θυμάμαι που σκεφτόμουνα. Στο τέλος, όλοι οι μουρλοί άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι. Ένας πέρασε δίπλα μας και είπε, "έρχεται Αυτή" και ο γερο τεχνίτης άρχισε να τρέχει επίσης πανικόβλητος. Μόλις κοίταξα πίσω μου, είδα να βγαίνει από μια καλύβα ένα ερμαφρόδιτο, απαίσιο πλάσμα, ίσως άντρας με γυναικεία περούκα, ίσως γυναίκα με παπάρια/σαπισμένο κρέας να φαίνονται μέσα από έναν μπλε σκούρο μανδύα και να γλείφουν το πεζοδρόμιο ενώ έτρεχε μανιασμένα προς το μέρος μας, κρατώντας ένα μαχαίρι. Απελευθερώθηκε όλος ο τρόμος, άρχισα να τρέχω αλλά, όπως γίνεται στα όνειρα συχνά, δεν αρκούσε, όσο και να έτρεχα- θα με έφτανε. Όλα έληξαν με μια κραυγή, δε ξέρω ποιανού, που έγινε ένα με το απαίσιο στρίγκλιγμα (σα να ταν από αρπακτικό πουλί) της Αυτής.
(δεύτερο ξύπνημα από το κρεβάτι, ώρα 9 παρά το πρωί)


Όλα είχαν μειωθεί σε χώρους. Δωμάτια. Δε ξέρω αν υπήρχε καν η έννοια του "έξω". Ποτέ δε φάνηκε, τουλάχιστον. Έμενα, μαζί με 4 άλλους καλούς φίλους, σε ένα υπερ-μικρό δωμάτιο, με κατάλευκα κρεβάτια (μικρού μεγέθους, σα κουκέτες που λέμε). Όλοι έμοιαζαν νωθροί, και αναρωτιόμουν αν είχα περισσότερη ενέργεια μέσα μου απ'όση θα έπρεπε. Έφερνα βόλτες στο δωμάτιο, και προσπαθούσα να παίξω παιχνίδια σε έναν κωλοϋπολογιστή που είχανε παρατημένο σε μια γωνία. Ένας κοντός, ξανθός τυπάς, λεπτός και με γαλανά μάτια, δίχως τρίχα στη μούρη (σα να λέμε, "μοντέλο". Μπαχ), ερχόταν και μου μίλαγε λες και ήθελε να τον πηδήξω. Μου έλεγε δε, συνέχεια, ότι "θα μου πηδήξει την παλιά μου αγάπη", πράγμα που με θύμωνε απίστευτα, και προσπαθούσα να τον απομακρύνω λεκτικώς. Στη συνέχεια, έβγαλε το δέρμα του, και έμεινε με ένα κοκκινωπό ζουμί στα κόκαλα, τίγκα στα σπυριά γεμάτα πύον- η μούρη του, δε, έμεινε ένα αφηρημένο πράγμα από δόντια και κρέας. Και συνέχισε, λέγοντας συνέχεια κάτι του στυλ, "Ω ναι, εγώ θα στη πηδήξω τη παλιά σου την αγάπη", πράγμα που με σύγχισε περισσότερο. Σηκώθηκα και έκανα βόλτες μέσα στο δωμάτιο, αυτός εξαφανίστηκε απότομα και ηρέμησα. Στη βιβλιοθήκη κρατούσαν οι άλλοι μια μεγάλη, φανταχτερή ανθρώπινη καρδιά. Ρώταγα και δε μου λέγανε τι ήτανε. Ο ένας είπε κάτι, ενώ κοιμόταν, ότι είναι λέει η γραμμή, μεταξύ ζωής και δρόμου και λόγου. Ή κάτι τέτοιο όπως το θυμάμαι τώρα που γράφω. Με ενοχλούσε η θέα της. Δεν είχα τι να κάνω. Έπεσα για ύπνο σε ένα άδειο κρεβάτι, και ένιωθα δίπλα μου, κλείνοντας τα μάτια, μια γυναικεία φιγούρα. Τα δάχτυλά μου μπορούσαν να χαϊδέψουν αόρατα μαλλιά. Ένιωθα δάχτυλα να ακουμπάνε τα χείλια μου απαλά, και άρχισα να τα γλείφω. Έβαλα το χέρι μου μέσα από τα σκεπάσματα, και έπιασα ένα απαλό, γυναικείο μπούτι. Με κλειστά τα μάτια πάντα. Χάιδεψα απαλά, ήμουν καυλωμένος- ίσως όχι μόνο. Ερωτευμένος, αλλά πάντα με κλειστά τα μάτια. Η σκατένια φιγούρα με τα σπυριά ξαναεμφανίστηκε και όρμησε, πετώντας τα σκεπάσματα στον αέρα. Θύμωσα απίστευτα, και σηκώθηκα πάνω φωνάζοντας- ήμουν έτοιμος να γκρεμίσω τα πάντα, όλο το διαμέρισμα, για αυτή τη προσβολή.
(τρίτο και τελευταίο ξύπνημα από το κρεβάτι, ώρα 1 και μισή το μεσημέρι)

Δεν υπάρχουν σχόλια: