Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Ημερωμένα Λόγια 10


-Άκυρο για 16:30 μαλάκα, κάντο μια ώρα μετά γιατί δε βρήκα εισητήριο.
-Ωραία, ωραία. Θα έρθω με το λεοφορείο, θα'μαι κει στην ώρα μου. 17:30 λοιπόν.
-Τι λεοφορείο; Με αμάξι γιατί δεν έρχεσαι.
-17:30 τα λέμε
-Με αμάξι γιατί δεν έρχεσαι;
-17:30. Άντε.
-Με αμάξι γιατί δεν ερχ...

ΚΛΑΤΣ το ακουστικό.
Πονάω όταν σκέφτομαι ότι, στην όση ζωή μας απέμεινε στη κωλοτρυπίδα αυτή, όλα θα αλλάζουν σε βαθμό κακουργήματος. Αλλά ταυτόχρονα, έχοντας γνωρίσει το Σωτήρη, ξέρω ότι, τουλάχιστον, η άκρατη υπόγεια ένταση της φωνής του, και η ικανότητά του να μπορεί να πιάσει ένα θέμα από τα μαλλιά και να σου απαντάει με 200 λέξεις όταν εσύ του λες απλά μία, δε θα αλλάξουν ποτέ- και ανασαίνω ελαφρύτερος μέσα στο φορτίο της θνητότητάς μου.

Ποδαρόδρομος μέχρι τη στάση, στο "μεγάλο δρόμο". Ποδαρόδρομος που κάναμε σα χαμίνια τόσες και τόσες φορές, στο Γυμνάσιο και μετά, για να φτάσουμε απ' το χωριό στο σχολείο, στην "πόλη" (και σιγά την πόλη), ή, ακόμα καλύτερα, παράκαμψη μέσα από τα κτήματα για να χάσουμε τις πρώτες ώρες. Τα οποία κτήματα, έμοιαζαν, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, ολόιδια. Στα παπάρια τους όλα. Ή, σχεδόν όλα, καθώς το τσιμεντένιο κωλοάγγιγμα από τα τετράγωνα απαισιουργήματα που αντικατέστησαν μεγάλες περιοχές πρασίνου στην εν λόγω περιοχή (και που λέγονται κατ'ευφημισμόν "σπίτια παραθεριστών") σε έκανε να στραβομουτσουνιάζεις σα γκόμενα με περίοδο μπροστά από τεντωμένο πέος. "Κοίτα να δεις που στο τέλος θα πιστέψω ότι έγινα και...οικολόγος", σκέφτηκα αυθέραιτα και γέλασα εκ των έσω για το πού σε πάει ηλιθιωδώς ο νους μερικές φορές.

Και να περιμένω...και να περιμένω στη στάση. Και αμάξια να περνάνε, να περνάνε...να περνάνε αμάξια στη στάσης μπροστά το δρόμο. Μια ζωή να βιάζομαι να κάνω τις δουλειές μου, μόνο και μόνο για να καταλήγω να περιμένω σα το μαλάκα πολύ νωρίτερα απ'όσο πρέπει. Ένας νεότερος ηλικιακά συγχωριανός, σταματάει με το αμάξι του μπροστά μου, ανοίγει και τα παράθυρα: μέσα, μια παρέα από επίσης συνομήλικούς του, που με κοιτούσαν με μόλις-μετεφηβικά χαμόγελα, γνωρίζοντάς με από παλιά σαν "ο Ηλίας που βρίζει" και περιμένοντας ένα punchline. "Α, δυστυχώς δε μπορώ να σε πάω Κόρινθο". "Δε πειράζει, άλλη φορά", και έγνεψα το χέρι μου σε φάση, "άντε, άντε, πούλο". Υπάρχει ένας καλός λόγος για τον οποίο δε μιλάω με κανέναν σχεδόν από τα μέρη μου πλέον, παρά μόνο αν υπάρχει ανάγκη, και τον θυμάμαι κάθε φορά που μιλάω με κάποιον από τα μέρη μου χωρίς να υπάρχει ανάγκη.

Απ' την άλλη, δε νομίζω να υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο αρνούμαι πεισματικά να οδηγήσω εδώ και μισό και βάλε χρόνο. Απλά δε μου αρέσει το οδήγημα. Καπούτ. Αυτό. Τι άλλο; Είναι αγγαρεία των αισθήσεών μου. Δεν είμαι καλός σε αυτό. Έχω πάει να τρακάρω περισσότερες φορές απ'όσο μου επιτρέπει η χρονιά που πήρα το δίπλωμα. Έχω οδηγήσει σούρλα και έχω πάει να στουκάρω σχεδόν θανάσιμα. Δε το έχω.
Προτιμώ να περπατάω σα το μαλάκα και να περιμένω συγκοινωνίες.

Και το λεοφορείο καταφτάνει, απελευθερωτής, σάλπιγκα στα τείχη της Ιερηχούς. Και στο ενδότερο, έχει πολλή κόσμο. Κόσμο και κοσμάκη. Κάτι που, ανέλπιστα, μου φτιάχνει την γκρίζα, τίγκα στη μελαγχολία μέρα. Σχεδόν χτυπάω τα πόδια μου αριστερά-δεξιά σαν παιδάκι, μόλις νιώθω το μαξιλάρι του καθίσματος στο κώλο μου. Και ο γερο-εισπράκτορας ο κοτσωνάτος, με αποκάλεσε "Κύριο" όταν μου δωσε τα ρέστα και μου μίλησε στο πληθυντικό, ενώ, σε έναν σχεδόν συνομήλικό μου που δεν είχε τρίχες στη μούρη, μίλησε στον ενικό και του είπε "νεαρέ". Χα. Ειρωνία. Ωραία πράματα. Μικρές μαλακιούλες της ζωής.
Μετά από λίγο, μια γριά στο χείλος του γκρεμού που λέμε, ηλικιακά, κάθησε με χίλια ζόρια δίπλα μου. Κανονικά, όσες εμπειρίες έχω με γριες σε λεοφορεία, έχουν αποβεί άσχημες, από τότε που άρχισα να χρησιμοποιώ μέσα μαζικής επικοινωνίας: είτε θα έφτυναν χλεμπόνια κατά λάθος στα πόδια μου, είτε θα παραμιλούσαν ακατάπαυστα, είτε θα μου έπιαναν πίρλα για το Θεό. Και η συγκεκριμένη αυτό έκανε, το τελευταίο, αλλά με τον εισπράκτορα. Από όλη τη μουρμούρα, το αυτί μου έπιασε τη φράση της γιαγιάς, "Γιατί παιδάκι μου, τι νομίζεις; Μόνοι μας θα πεθάνουμε όλοι, παρέα με κανέναν. Και όλοι μας θα λογοδοτήσουμε σε Αυτόν εκεί απάνω, μετά".
Και η φωνή του εισπράκτορα, πηχτή και ζεστή σα φρεσκοστρωμμένη άσφαλτος, με έκανε να χαμογελάσω δίχως να το θέλω: "Γιαγία, αν του δώσω γω λογαριασμού Αυτού τι έκανα όλη μου τη ζωή, θα ντραπεί τόσο που θα με πετάξει με τη μία χάμου πάλι!". Έκλεισα χαρούμενος τα μάτια και σκέφτηκα ότι η μελαγχολία απλά ήταν ακόμα μια γλυκόπικρη γεύση σε κωλοασιάτικο εστιατόρια δ' κατηγορίας, που μισούσα να μου αρέσει. Ή μου άρεσε να μισώ.

Φτάνω. Ο τόπος συνάντησης ήταν το παρκάκι-στάση ταξί. Και προφανώς, αν κρίνω από τα τραμπολίνα και τους φουσκωτούς παιδώτοπους, καθώς και τον απελπιστικά μεγάλο αριθμό μούλικων μικρής ηλικίας, στην πλατεία είχαν κάτι σαν χριστουγεννιάτικο πάρτυ για μούλικα μικρής ηλικίας. Αράζω σε ένα παγκάκι, καπνίζοντας αδιάφορα το τσιγάρο μου και σκεπτόμενος ότι καλά την έχουν τα πιτσιρίκια. Με παιχνίδια παίζουν. Και όπως είχε πει η παρέα πάνω, και μεις με παιχνίδια παίζουμε. Άλλου είδους. Άρα σε τι είμαστε καλύτεροι σε αυτό το θέμα; Έβλεπα τον μικρό Σκούτερ πχ (το "Σκούτερ" είναι όντως μια παρόρμηση δικιά μου της στιγμής, αφήστε με) να κάνει τούμπες στο τραμπολίνο και να έχει ένα χαμόγελο μέχρις τ'αυτιά, και θυμόμουν τον Κοκορίκο (ή στη θέση του οποιονδήποτε από εμάς πχ) όταν είχα ανεβάσει πάνω ένα whiskey malt 16 χρόνια σε βαρέλι, για κατανάλωση για πάρτη μας- ίδια έκφραση.

Ταυτόχρονα παρατηρούσα και τις "σέχτες". Τα μικρά με τους γονείς, να κοιτάνε κάτι ελαφρώς μεγαλύτερα κουτσούβελα, που είτε ήταν πρώτη τάξη Γυμνασίου αλλά έπασχαν από νανισμό, είτε ήταν δημοτικό και είχαν κανονικό ύψος, να περπατάνε "αεράτα" και να φωνασκούν σχεδόν τελετουργικά φράσεις με λέξεις ως επί το πλείστον παράγωγα του "γαμάω" και "μαλάκα", και να λάμπουν τα ματάκια τους και να θέλουν να τους μοιάσουν. Και καλά. Και τα ίδια αεράτα γυμνασιόπαιδα να κοιτάνε με τον ίδιο τρόπο κάτι "χιπχοπάδες" μασκαρεμένους λυκειοπαιδαράδες που περπατούσαν ακόμα πιο αεράτα και να γουρλώνουν τα μάτια από ρησπέκτ κι έτσι. Και ο κύκλος αν γινόταν ακόμα πιο μεγάλος, ολόκληρη τη γη μας, θα αγκάλιαζε θαρρώ- αν δεν έχει ήδη γίνει έτσι.

Ο έκφυλος έφτασε, τον βρήκα, κατηφορίσαμε προς καμια καφετέρια στη πλατεία για μπύρα. Ναι. Αμάξι δεν είχα, το μόνο που με δέσμευε λοιπόν προσωπικά ήταν το ωράριο του λεοφορείου, και η υπόσχεση στο πατέρα μου της προηγούμενης μέρας να προσπαθήσω να μειώσω. Να μειώσω. Αρχίδια. Αλλά μην είμαστε και πλεονέκτες, σε ένα περιβάλλον όπως το χωριό μου και σε ένα σπίτι όπως το δικό μου, που ο καθείς έχει λερωμένη παλιά τη φωλιά του και τώρα απλά σφυρίζει αδιάφορα, το να πιω ένα ποτηράκι ουίσκυ ή τρεις μπύρες, είναι προνόμιο. Όσο και αν σφυρίζει το φιδάκι ο Διαμαντής μέσα στα νεφρά.

-Θα τον γαμήσω μωρέ τον μαλάκα. Ρε θα πιανόμασταν στα χέρια ρε.

Πόσο γουστάρω όταν ο έκφυλος μιλάει για την οικογένειά του.

-Τον πούστη...Πωωωωωωωω....

Αλήθεια όμως.

-Μωρέ στο τραπέζι της πρωτοχρονιάς. Θα δει. Όλοι τους θα δουν.
-Σεβάσου τη γιαγιά και μη πεις τίποτα, λέω γω.
-Ναι. Αυτό.

Η κουβέντα φέρνει σβούρες. Στη πραγματικότητα, δεν έχουμε πολλά να πούμε, περισσότερο σαν αφορμή για να πιούμε ήρθαμε Κόρινθο κι οι δύο. Δίπλα μας, έχουν κοιμηθεί στα πόδια μας δυο αδέσποτες σκύλες, αμφότερες με σπασμένα κόκαλλα στα πόδια. Προσποιηθήκαμε ότι είναι σερνικά, και βαφτίσαμε το ένα "Μηνά" και το άλλο "Κώτσο"- και στη συνέχεια, ένας παλαβός 50άρης, ήρθε και έπιασε κουβέντα στο ένα, λέγοντας "Α ρε Άννα, παίζουν Χριστοδουλόπουλο τη Παρασκευή εδώ δίπλα. Και Στελάρα, και Στελάρα... και Στράτο Διονυσίου", και "Καλά κάνουν και μας λένε οι Αθηναίοι σκατόβλαχους και ότι δεν έχουμε ταυτότητα, Αννούλαααααα...α ρε Άννα".
Φάουλ, μισότρελε φίλε μου.
Το "βλάχος" όπως χρησιμοποιείται σήμερα, περισσότερα καλά έχει, παρά κακά. Και φυσικά δε μιλάμε για τους "Βλάχος", το αντίθετο των κομπατσάρηδων δηλαδή- αυτοί ειν φάρα. Και δε λες κάποιον "βλάχο" για τη φάρα, αλλά για το τρόπο ζωής του. Μισόλογα της πόλης. Πόσο γλυκούληδες είναι αυτοί οι Αθηναίοι πολλές φορές. Στους "βλάχους" πάνε και φτιάνουνε κωλόσπιτα για να κατεβαίνουν τα γουηκέντς.

-Εσύ τι;
-Εγώ τι;
-Τι έγινε με τα θέματα;
-Αχά.

Δεν είχα πολύ όρεξη να μιλήσω για πράγματα που ήδη ενισχύανε την μελαγχολία της ημέρας. Έδωσα μια συνοπτική περίληψη και ρούφηξα τη μπύρα μου- την οποία και έφτυσα σχεδόν από το ρουθούνι όταν είδα ότι είχε 4 ευρώπουλα. Ωραία. Και πώς να φχαριστηθείς μετά κώλους στο πεζόδρομο; Όταν σε τσούζει ο δικός σου ήδη;

-Τι να σου πω. Μου λεγε ο πατέρας μου, να βρω λέει στόχους. Για να έχω κάτι να παλεύω και να μη ψάχνω να βρω νόημα σε ουσίες.
-Αχα.
-Παπάρια. Στόχους έχω. Το να γίνω μεροκαματιάρης δάσκαλος και να βγάζω το μερτικό, είναι ένας στόχος. Και δε με χαλάει και καθόλου. Με φτιάχνει. Στόχους έχω, όνειρα δεν έχω και μου πρήζεται ο πούτσος.
-Μάλιστα.

Γνωστή τακτική-Σωτήρης: μπορεί να πιστέψει ότι τον στραβοκοίταξες όταν μιλάει (ενώ δε το έχεις κάνει) και να αρχίσει να ρίχνει κατάρες σε ρυθμό πολυβόλου, 23.459 λέξεις τα 20 δεύτερα, αλλά όταν του λες εσύ κάτι, επιλέγει πάντα να μη μιλάει καθόλου, σχεδόν. Και καλά κάνει. 10 χρόνια το ίδιο, θα μου φαινόταν αποκρουστικά περίεργο να άλλαζε τώρα.

Δε σήκωνε ούτε η τσέπη, ούτε η ώρα, παραπάνω από 4 μπύρες σύνολο (και πάλι έκλαιγα τα λεφτά), οπότε πήραμε πούλο. Πούλο, πουλί, πουλάκι και σπιτοκαλυβάκι. Κατέβαινα τα ίδια κτήματα με καταχνιά τριγύρω, και διασκέδαζα με τα σχήματα που έπαιρναν τα χόρτα στην άσφαλτο, πεταμένα, πατημένα- σαν αφηρημένες φιγούρες από λιωμένα από λάστιχο αμαξιού τρωκτικά, δίχως τα έντερα και το αίμα. Και θυμάμαι πώς φοβόμουνα αυτό το δρόμο μικρός- και τώρα απλά δε με ένοιαζε τίποτα. Όχι επειδή δε φοβόμουνα πλέον. Απλά δε με ένοιαζε. Δηλαδής, αν έχετε παρατηρήσει, όταν είσαι κούτσικος, σκέφτεσαι ότι πλάσματα και δαίμονες και στοιχειά θα πεταχτούν από κάποια σκοτεινή γωνία, και συ δε θα ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Μεγαλώνοντας λίγο, φοβάσαι τον συνάνθρωπο. Το τι ποταπό καθίκι θα πεταχτεί από τις φυλλωσιές για να σου χαλάσει την τέλεια νιρβάνα του τίποτα και της μελαγχολίας που έχεις στη καθημερινότητά σου, με οποιοδήποτε μέσο- με οποιουδήποτε είδους βία. Και για να πω την αμαρτία μου, ακόμα φοβάμαι τα "δαιμόνια" (αν και αυτά αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά με τα έκτρωπα του lucid dreaming, ευτυχώς σε μικρή κλίμακα ως προς τις περιόδους που σκάγανε), και ακόμα φοβάμαι τα καθίκια. Αλλά πλέον, δε με ένοιαζε τίποτα. Τι να χαλάσουν; Το κουκούλι; Το κουφάρι; Να με πάρουν στη κόλαση τα τριβόλια- ωραία, αρκεί να έχει Edelsteiner. Να με μαχαιρώσει κανάς κωλόβλαχος- δε γαμείς, μια τρύπα παραπάνω για piercing κοντά στις ρώγες. Στ'αρχίδια μου, ύψωνα ένα κωλοδάχτυλο ως τα ουράνια και ως τα τρίσβαθα, και για τρία δεύτερα, αισθάνθηκα τόσο, μα τόσο σημαντικός και δήθεν περήφανος, που παραλίγο να ξεχαστώ και να με πατήσει ένα ντατσούν κωλοφτιαγμένο (Στιμαγκιώτη προφανώς) που έφερνε μπαντιλίκια στον έρημο σκοταδόδρομο.

Μαξιλάρι και μάσκα οξυγόνου. Τα αέρια τα δηλητηριώδη των τελευταίων ημερών, σκάνε στη μάπα πάντα την ώρα του ύπνου. Και τότε είναι που βλέπεις πόσο άντρας είσαι. Όχι όταν αδειάζεις μπουκάλια, ούτε όταν σηκώνεις κωλοδάχτυλα. Λούσυ, ε Λούσυ.

2 σχόλια:

Flonsavardu είπε...

δεν γίνεται να το μειώσεις... μαχαίρι κόβονται αυτά τα πράγματα. και η αλήθεια είναι ότι τα όνειρα γίνονται όταν δεν έχεις πολύ ελεύθερο χρόνο και όταν έχεις καθαρό μυαλό. πίστεψε με, εγώ πλέον έχω πολύ ελεύθερο χρόνο και ξέρω.
χρόνια πολλά!

Λιος είπε...

Χρόνια πολλά, αέρηδες στα πανιά μας και μπουνάτσες στα βρακιά μας. Ελπίζω να τρώτε και καναν μουσακά εορταστικό δεσποινίς ;p