Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Σεντούκια μας.


Κάποια στιγμή, έχεις ανάγκη ένα reboot, λένε. Να αδειάσεις το κεφάλι σου από οτιδήποτε μέχρι και χτες σου χάραζε το μάγουλο σα λαμαρίνα, να επαναφορτίσεις τις μπαταρίες, να ξαναχαρείς το ότι έχεις αρκετούς στόχους πρόχειρους, ώστε να σε κρατήσουν σε εγρήγορση για όσο θεωρήσεις ότι αντέχεις ακόμα.

Κάποιες σπανιότερες φορές, βέβαια, ξυπνάς ένα πρωί και νιώθεις ελαφρύτερος. Και πάλι κάτι δε πάει καλά. Ελαφρύτερος, όχι από έγνοιες και σκοτούρες. Περισσότερο σαν το να ανοίγεις τρύπα κατά λάθος στο τελευταίο βαρέλι που έχεις με νερό, ταξιδεύοντας με καραβάνια προς τα Γόμορρα. Μια σπάνια, ειλικρινέστατη, αλλά ταυτόχρονα σοκαριστική διαπίστωση: έχεις χάσει τις φαντασιώσεις σου για το μέλλον.

Όλοι μας έχουμε ένα κουτάκι στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Στο πιο απόμακρο δηλαδή σημείο αντίληψης του είναι μας. Θαμμένο στο πιο βαθύ πηγάδι μιας πρασινωπής ερήμου, στη μέση του τίποτα, δίχως μέρα και νύχτα. Αυτό το κουτάκι το γεμίζουμε από πιτσιρίκια με προσμονές. "Όνειρα". "Καύλες". "Ουτοπίες". Το έχετε νιώσει. Τη λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του απαραίτητου ρεαλισμού/κυνισμού και της αχαλίνωτης απαίτησης της φαντασίας για προσωπική ανύψωση. Τα μικρά μας σινιάλα, τα μικρά μας μεγαλεία όπως θέλω να τα αποκαλώ. Το ότι κάποτε θα καταφέρεις να κάνεις κάτι...οτιδήποτε, ΜΕΓΑΛΟ. Το ότι θα σε θυμούνται μετά το θάνατό σου με μεγάλα, "παχιά" κολακευτικά σχόλια για τη πάρτη σου, λόγω του έργου σου ή των πράξεών σου. Το ότι θα ζωγραφίσεις και θα φέρεις τα πάνω κάτω. Το ότι θα αφήσεις ένα συγγραφικό έργο τόσο πλούσιο και πολύτιμο, που θα σε γράψουν τα βιβλία της ιστορίας. Το ότι θα μιλήσεις σε κόσμο και θα αγγίξεις τόσες ψυχές, που ξέρεις ότι θα αναπνέουν μαζί με σένα και άλλα πόσα εκατομμύρια νοματαίοι. Οτιδήποτε. Πράγματα τα οποία αν έχεις ένα στοιχειώδες γνώθι σ'εαυτόν ξέρεις ότι δε θα καταφέρεις ποτέ, πραγματικά- αλλά είσαι απίστευτα ευτυχισμένος με το να τα φαντασιώνεσαι απλά. Με το να μπορείς να τα έχεις σα νησιδα σωτηρίας, κάθε φορά που βλέπεις ότι προστίθεται άλλο ένα τούβλο στο μαντρότοιχο που υψώνεται μπροστά σου, κάθε φορά που παρατηρείς άλλον ένα κόκκο άμμου να σκάει στη πατούρα της κλεψύδρας.

Και μια μέρα βλέπεις ότι το κουτάκι έχει αδειάσει. Ξαφνικά. Ίσως πήρε παραπάνω χρόνο απ'όσο νομίζεις, αλλά η συνειδητοποίηση σε χτυπάει σα κεραμίδα, απότομα, κοφτά. Η διαχωριστική γραμμή που λέγαμε παραπάνω, αχρηστεύεται, το αισθάνεσαι σα σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που καταπίνεις. Δεν υπάρχει τίποτα πλέον να διαχωριστεί.



Μετά το πρώτο αδέξιο ξύσιμο των χεριών και τα πρώτα άβολα λεπτά, έρχεται η τσαντίλα. ΓΙατί; Δε το προκάλεσες. Δε το ήθελες, σίγουρα όχι. Πώς να δεχτείς, αλήθεια, ήρεμα και πολιτισμένα, το γεγονός ότι από εδώ και πέρα, έχασες τη νησίδα σου; Ιδρώνεις στην ιδέα, δε θες καν να το σκέφτεσαι, αλλά για κάποιο λόγο, η σκέψη αντηχεί στ'αυτιά σου λες και στο φωνάζουν με ντουντούκα. Πεταρίζουν τα βλέφαρά σου από την ανασφάλεια, προερχόμενη από μια πραγματικότητα που τώρα νιώθεις να σε πλακώνει σα ταφόπλακα και να σου σπάει τα πλευρά. Ανάβεις τσιγάρο και το χέρι σφίγκει τον αναπτήρα σα να σφίγκει το λαιμό του χειρότερού σου εχθρού. Σκέφτεσαι τις ιστορίες μελαγχολίας και υποθαλπτόμενης αισιοδοξίας περί αγγελιοφόρων, νέα που κρατάς μέσα σου και πρέπει να διαδοθούν στα σωστά άτομα, το πρώτο φως ήλιου που είδες ποτέ από τότε που άρχισες να θυμάσαι τον εαυτό σου και σε ζέσταινε σα δεύτερη μήτρα, τις ωραίες στιγμές με διαφορετικά άτομα, και συνειδητοποιείς το πόσο μαλάκας είσαι- με μια σφαλιάρα, τα ρίχνεις όλα κάτω σα πύργο από τραπουλόχαρτα. Θέλεις να γδάρεις με μαχαίρι το δέρμα όσων αγαπάς περισσότερο, να δηλητηριάσεις το ρυάκι απ' το οποίο πίνουν νερό τα παιδιά αυτών για τους οποίους ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες, να σπάσεις τα δάχτυλα όσων σου είπαν ποτέ "καλημέρα" τυπικά, ψυχρά, απόμακρα, για να βγάλουν την υποχρέωση- ω ναι, λες, όλοι φταίνε, και φταίνε επειδή ακριβώς δε σου έδωσαν όσα άξιζες, ώστε να συνεχίσεις να καλλιεργείς φαντασιώσεις. Η καρδιά χτυπάει γρηγορότερα, οι γροθιές σφίγκουν περισσότερο, χωρίς να το καταλάβεις φέρνεις βόλτες στο διαμέρισμα σαν εκρεμμές.



Και μετά ηρεμείς. Γαληνεύεις.
Κατανοείς την ειρωνία, το συμπαντικό ανέκδοτο. Γι'αυτό προετοιμαζόσουν από μικρός, εσύ, και όλοι όσοι περπάτησαν σε αυτή τη κωλοτρυπίδα από λάσπη, πριν από σένα, μαζί με σένα, και όσοι θα περπατήσουν μετά από σένα. Βλέπεις ότι η διαχωριστική γραμμή ίσως ήταν μια φάρσα.

Ότι δεν είσαι απαισιόδοξος για το μέλλον. Ξέρεις τι σε περιμένει και το έχεις δεχτεί, στη πραγματικότητα, εδώ και πολύ καιρό. Δε σε νοιάζει, δε σε καταθλίβει- σε συγχωρεί, και το συγχωρείς κι εσύ. Θυμάσαι το ποιος είσαι και τι θες- και θυμάσαι, μετά από καιρό, ότι το μόνο που απαιτείς από αυτή τη ζωή, είναι να μπορείς να είσαι σε θέση να αναπνέεις και να χαμογελάς μέρα με τη μέρα. Και οι γροθιές ξεσφίγκουν, και ανοίγεις τη βρύση, και δε ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι δάκρυσες ενώ έχεις πάρει το πιο αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο στη ζωή σου.

Διαχωρίζεις το ένα από το άλλο. Θρηνείς το ότι έχασες τη νησίδα σου- στην ουσία, την λαγνεία σου για ζωή, τη μελαγχολία για το μέλλον, όπως αρμόζει στην ηλικία σου. Πραγματικά, σε τρυπάει ακόμα στα σωθικά. Είσαι άδειος, ωραία- αλλά τουλάχιστον το ξέρεις. Και ξέρεις το γιατί. Και αναρωτιέσαι, αν υπάρχει κάτι, με το οποίο μπορείς να γεμίσεις το κενό, πλέον. Και θυμάσαι ότι έχεις την ευτυχία να επικοινωνείς με ανθρώπους που σε κάνουν να ζεσταίνεσαι μέσα σου, περισσότερο και απ'οσο μια στρατιά από ήλιους αυγουστιάτικους. Και θυμάσαι ότι έχεις την ευτυχία, έστω και για ένα λεπτό στη ζωή σου, να δεις τον εαυτό σου σα μόριο, μέσα σε μια σπείρα από καταστάσεις, να σου ανοίξουν τα μάτια διάπλατα με το πόσο υπέροχη είναι αυτή η μοναξιά- να μην αισθάνεσαι τίποτα, μόνο απόλυτη αρμονία με το όλο και το τίποτα. Να μην σκέφτεσαι για δύο και για τρεις. Να μην είσαι "ζευγάρι" με κάποιον- θεε μου, τι αστείο που φαντάζει αυτή τη στιγμή, ε; Και η λαγνεία για ζωή, αν και δεν επανεμφανίζεται, δίνει τη θέση της στη λαχτάρα να τους χωρέσεις όλους μέσα σου.

Κάθεσαι και συλλογιέσαι τα πάντα στο καναπέ σου. Και κοιτάς το μισοάδειο μπουκάλι σου. Και χαίρεσαι που δεν έπεσες στη παγίδα να το θεωρήσεις αναπληρωματικό μιας σειράς γεγονότων που όταν τα βάζεις σε σειρά, σε γονατίζουν συναισθηματικά. Και λυπάσαι που ξέρεις ότι δε θα σταματήσεις να το βάζεις στο στόμα σου, παρόλο που αυτό κάνει αρκετά αγαπημένα σου πρόσωπα, περισσότερο ή λιγότερο, να στενοχωριούνται. Αράζεις το κεφάλι σου στο καναπέ, παρατηρείς τη λάμπα στο γραφείο να κάνει τα δικά της, τα μαλακισμένα, και να αναβοσβήνει σχεδόν, κλεινεις τα μάτια και θυμάσαι πότε αισθάνθηκες πάλι πραγματικά ευτυχισμένος, στη ζωή σου.

Και θυμάσαι τότε που είχες ονειρευτεί, μαλάκα Ηλία, ότι ήσουν τσακάλι. Σε μια έρημο χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς χρόνο, νύχτα και μέρα. Και μπροστά σου χόρευε Αυτή: η Παναγία των ονείρων σου, η πανέμορφη μικρούλα με το καστανό δέρμα και τα άσπρα πέπλα, με κινήσεις αεράτες, με κινήσεις ελεύθερες, ασυγκράτητες. Αληθινές. Και συ καθόσουνα και Την παρατηρούσες, ανίκανος να κάνεις κάτι άλλο, ήσουνα απόλυτα ολοκληρωμένος, ένιωθες απόλυτα ολοκληρωμένος. Και το φεγγάρι κατέβαινε και συνομιλούσατε, ψιθυρίζατε ο ένας στο αυτί του άλλου για Αυτήν, και Αυτή συνέχιζε να χορεύει, και σεις μένατε μαλάκες.

Οπότε αναρωτιέσαι, αν τελικά, πλέον, θα την ξαναδείς στο όνειρό σου. Την έχεις δει ήδη αρκετές φορές. Σταυρώνεις τα δάχτυλά σου και εύχεσαι να μην ήταν Αυτή, η λαγνεία σου για το μέλλον, οι κρυφές σου, παιδαριώδεις, ουτοπικές, μα τόσο σημαντικές για σένα φαντασιώσεις. Διότι αν ήταν, σε εγκατέλειψε. Και αν σε εγκατέλειψε, τότε μπορείς απλά να σταματήσεις να σκέφτεσαι το οτιδήποτε, και, είτε να μουδιάσεις, ανίκανος να ξαναισθανθείς σε ένα κόσμο που ποτέ δε κατάλαβες, είτε να το πάρεις επιτέλους απόφαση και να πεθάνεις από τα ξερατά σου στον ίδιο σου τον καναπέ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: