Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Ημερωμένα Λόγια

Καθόμουνα και παρακολουθούσα ένα "σπασμένο" κανάλι στη τηλεόραση. Ξέρετε, αυτά τα οποία λόγω σήματος δε δείχνουν τίποτα σχεδόν, παρά μόνο αχνές φιγούρες και χιονάκι. Είναι το ίδιο με το να βάζεις στο ραδιόφωνο του αμαξιού σου σταθμό με παράσιτα, ως ένα βαθμό. Και ξέρεις και κάτι; Ήταν σαφέστατα πιο ενδιαφέρον από ό,τι άλλο και να έβλεπα. Διότι ακονίζεις τη σκέψη σου έτσι. Ξεχνιέσαι, ίσως, δε προσέχεις την εικόνα ή τον ήχο, αλλά επιμένεις σε παιδαριώδεις (συνήθως, ναι, έτσι είναι) σκέψεις, και αυτό το συνοθύλευμα από αφηρημένο θόρυβο σου πολτοποιεί τις έγνοιες. Γίνεται ένα με τη βαβούρα στο κεφάλι σου, και κάποια στιγμή κάνεις format, πως το λένε γαμώτο μου, το antivirus στο μυαλό σου φωνάζει "Άντε γαμήσου" και τα εξολοθρεύει όλα. Μέχρι να τα ξαναφορτώσεις, σαφώς, την επόμενη ή την παραεπόμενη μέρα.

(Σιγά μην είσαι τόσο μάγκας για να τα διαγράψεις τελείως, Παντελή)

Το μόνο που επιμένει στο να κάνει λίγο φασαρία πλέον, και πάλι καλά να λες, είναι το παγόνι ενός συγγενή μου. Τι είδους συγγενή, θα σας γελάσω. Η γιαγιά μου αποκαλεί το σόι μου "γυφτόσογο", αρκετά μεγάλο όντας, και έχει απόλυτο δίκιο- μετά ο πατέρας μου θήγεται και με παρακαλάει να μην χρησιμοποιώ τον όρο κι εγώ.
Το παγόνι ζωήρεψε για τα καλά. Τόσα χρόνια, το άκουγα μόνο το Πάσχα, όταν έριχναν βαρελότα για την Ανάσταση του Τσουρεκιού και εκείνο τρομαγμένο έκραζε. Το βλέπαμε καθώς περνούσαμε έξω από τον κήπο του προαναφερθέντα συγγενή. Ακόμα και τρομαγμένο, άνοιγε τα φτερά του μεγαλοπρεπέστατα, σήκωνε το κεφάλι και έκραζε, έκραζε, έκραζε... Και μεις μέναμε, μικρά παιδιά τότε, να λέμε μεταξύ μας, "Το γαμήδι. Κοίτα στυλ που έχει ακόμα και όταν πάει η καρδιά του να σπάσει".
Πολλές φορές φαντασιώθηκα ότι το τρώω. Είχα πάντα μεράκι στο να φάω ένα παγόνι- τι κρέας θα χε άραγε; Μαντεύω, πολύ συνηθισμένο, αλλά σκληρό- κάτι σαν τροφαντή, μεγάλη κότα αποκριάτικη με παραπάνω εγωισμό. Σα τη γειτόνισσά μου από δίπλα.

Αυτές τις μέρες λοιπόν, μόνο αυτό έχει το θράσσος να σηκώνει λίγο τη γειτονιά στο πόδι. Αμαρτία μου, μα το γουστάρω, κι ας το βρίζω συχνά πυκνά. Δεν είναι ακριβώς ότι μου λείπει το ότι μαζευόμασταν και παίζαμε κρυφτοκυνηγητό και ποδόσφαιρο πίσω από την εκκλησία χρόνια πριν, που με κάνει να ψιλοξενερώνω.

( Άλλωστε, το μόνο παιχνίδι που θα παίξω αυτό το καλοκαίρι είναι "Μπορείς να ζωγραφίσεις σα μαλάκας, για υπερ του δέοντος παχύσαρκους τουρίστες με μπαντάνες και σημαιάκια"; Υπάρχει και το άλλο! "Μάντεψε αν θα πληρωθείς για αυτό στο τέλος της εργασίας σου". Είναι σαν τον παππά, που παίζουνε με τα χαρτιά. Βάζεις τα λεφτά κάτω από ένα μεγάλο πάκο με σχέδια της Αρχαίας Κορίνθου, αριστερά και δεξιά βάζεις άλλο ένα πάκο, και τα στριφογυρνάς. Εσύ, όταν σταματήσει η γύρα, πρέπει να πας ενάντια στα ένστικτά σου, να επιλέξεις τον πάκο με τα πιο ανέμπνευστα και τυρρανικώς ομοιογενή σχέδια με δημόσια λουτρά και γκόμενες με τραπεζομάντηλα και κανάτες. Εκεί την πατάνε όλοι και μένουνε απλήρωτοι. Επιλέγουνε κουλτούρα και όχι παραγωγή/κατανάλωση. Νομίζω είμαι έτοιμος να ενδώσω στα κατώτερά μου ένστικτα. )

Είναι περισσότερο το ότι αρχίζω και καταλαβαίνω ότι πλέον μου λείπουν συγκεκριμένα άτομα. Φίλοι εννοώ. Άτομα τα οποία με περίμεναν ανέκαθεν με ένα ουίσκυ στο χέρι και περνάγαμε μαζί όλη τη μέρα, κάθε μέρα. Και το ενοχλητικό δεν είναι ακριβώς το γεγονός ότι μου λείπουν, αλλά οι δυο διαπιστώσεις που γεννιούνται μέσα από αυτό. Ότι δηλαδή
(1) Αρχίζω και μαλθακώνω επικίνδυνα. Αν μου την έπεφτε δηλαδή ένας πάνθηρας απόψε, χαρακωμένος και με σουβλερά δόντια, ένα με το μαύρο της νύχτας, δε θα έτρεχα απλά για τη ζωή μου. Θα έτρεμα πρώτα, μετά θα κατουριόμουνα πάνω μου, και ίσως μετά προλάβαινα να κάνω δυο βήματα πριν με δαγκάσει και με γαμήσει (γιατί όχι, ωραίο αγόρι είμαι). Άσχημο, κακό, ντροπή, κλπ κλπ
(2) Κάποτε οι φίλοι θα την κάνουν. Μερικοί θα τα τινάξουν πριν την ώρα τους αν δεν είναι τυχεροί, άλλοι θα παντρευτούν και θα χουν ένα κάρο μούλικα να μεγαλώσουν, άλλοι θα εξαφανιστούν απλά και δε θα ξέρω τι γίνονται. Το ίδιο και με την γκόμενά μου, ή με ρην κάθε γκόμενά μου, μη συγκεκριμενοποιούμε διότι πολύ πιθανό να διαβάσει αυτό το κείμενο και να νομίζει πάλι ότι πετάω έμμεσες μπηχτές λόγω μελαγχολίας. Είναι έτσι, αλλά δεν είναι έτσι απόψε. Διότι ζωγράφισα καμιά δεκαριά γυμνές γκόμενες σε μεγάλο χαρτί, τις κόλλησα στο τοίχο, αυτές ζωντάνεψαν (προφανώς) και τις κόλλησα ξανά στο τοίχο. Όλες μαζί. Οπότε οι ορμόνες ησυχάσανε, οπότε τσιγάρο και ανάπαυλα και νταγκλαμακλάν. Στο θέμα μας όμως: Όταν την κάνουν όλοι, θα χω για παρέα μόνο την πούτσα μου, τα μελάνια μου, τα γραπτά μου και ένα πανέμορφο ροτβάηλερ, αρσενικό, που θα το λένε Μπιφτέκο, προς τιμήν ενός παλιού χαμένου ήρωα της αντίστασης του εμφυλίου της Φλώρινας. Υπόσχεση.

Το καλό είναι ότι κοροϊδεύω τον κόσμο και τον εαυτό μου με το γυμναστήριο. Πηγαίνω συνέχεια, όμως πλέον χρειάζομαι τουλάχιστον ένα 3ωρο τη μέρα για να ξαναγίνω το κτήνος της Αποκάλυψης. Ναι, με την πόρνη απάνω στα λαιμά μου. Πριν κάτι μέρες δε, ξέχασα ότι πλέον λόγω τσιγάρου δεν έχω αντοχές ούτε για να ανάψω ένα πακέτο σπίρτα το ένα μετά το άλλο, και προσπάθησα να παραβγώ σε άρσεις στήθους έναν νεοφερμένο φουσκωτό νεαρό. Ξέρετε, αυτά τα macho, εγωιστικά, ανώριμα του γυμναστηρίου, που σιωπηλά παρακολουθείς τον άλλο να κάνει ό,τι κάνει και μετά "εντελώς τυχαία" πας και βάζεις περισσότερα, το ίδιο και ο άλλος, μέχρι ο ένας να τα παρατήσει ή να πάθει εγκεφαλικό. Άκομψο, ανώριμο; Ναι. Διασκεδαστικότατο, έστω και με έναν τραβηγμένο από τα μαλλιά τρόπο; Σαφέστατα. Όπως θα καταλάβατε λοιπόν είμαι τυχερός που δεν έμεινα σε αναπηρικό καροτσάκι. Και ο τύπος χαμογέλασε, ο αρχίδης, και με στόμφο την έκανε από το γυμναστήριο. Ένιωσα σα τη Κοκκινοσκουφίτσα που παρατήρησε ότι ο Λύκος, αφού της τον έμπηξε με το ζόρι, της είχε φάει ΚΑΙ το φαϊ για την γιαγιά- εκεί λιποθύμισε, την βρήκαν τα τρία γουρουνάκια, την κόψανε σε τρία κομμάτια και πήρε ο καθένας από ένα, στο σπίτι από άχυρα, από ξύλα και από τούβλα, και από τότε η τύχη της αγνοείται.
Δε μας τα λέγανε τα παραμύθια όπως είναι. Όπως γουστάρανε μας τα λέγανε.

Και μιας και είπα παραμύθια, σε λίγο καιρό επιτέλους οι (λαθρο)μετανάστες θα μπορέσουν να ζήσουν ανθρώπινα, μιας και οι πάντα έτοιμοι για να βοηθήσουν συμπολίτες τους στη Πάτρα, θα τους μεταφέρουν στη Μόμα. Τους ζηλεύω ήδη. Δεν είναι και λίγο να ζεις με άλλους 20 σε μια σκηνή που χωράει ίσα ίσα εσένα και έναν νάνο (1,5 άνθρωπο βάλε χονδρικά, υπολόγισε και τα κιλά όμως/περιφέρεια. Αν ο νάνος είναι χοντρός, έχεις πρόβλημα), και να αμοίβεσαι πλουσιοπάροχα με 5 ευρώ για μια μέρα δουλειάς. Ούτε και είναι και λίγο να σε στοιβάζουνε σε καράβια και να σε ξαμολάνε για να μοιραστείς τις μουσικές σου επιλογές μαζί μας, αξιαγάπητε Αφρικανέ, που αν πιστέψω την Έφη Σαρρή, θέλεις όντως να κάνουμε κοννέ-
Κάποιο συμπαντικό ανέκδοτο εις βάρος μου. Σίγουρα. Σα τη φάση με τον Fratter Perdurabo και τους μαθητές του, με τον γέλωτα και τη θλίψη. Ξέρετε. Λαζόπουλος φάση.

Κλείνοντας την ανάγκη μου να χωρίσω την καθημερινότητά μου σε ενότητες παπαρολογίας (σας αρέσει όμως, πάω στοίχημα- σε βλέπω εσένα να μασουλάς πατατάκια ή να ρουφάς μακαρόνια πίνοντας αναψυκτικό και κοιτώντας βαριεστημένα), να δώσω ένα μεγάλο μπράβο στον συναγωνιστή Σύλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος αν μη τι άλλο, έχει τέλειο γούστο στις υπουργούς που επιλέγει.





Mara Carfagna, θα υποδεχτεί τις πρώτες κυρίες των κρατών που θα συμμετέχουν στο περίφημο G8. Επειδή τυγχάνει να είμαι προσκεκλημένος κι εγώ (άνευ συζύγου, κέρδισα πρόσκληση από λοταρία στη λέσχη Α.Α Φλώρινας) στο εν λόγω πάρτυ, και επειδή είμαι τόσο γκλάμουρους που δεν αντέχεται πια, θα προσπαθήσω να σας φέρω φωτογραφίες. Και την ίδια, αν δεχτεί. Γιατί όχι;
Λεφτά έχουμε. Αν είχαμε και μαλλιά, πφφ. Θα' ταν 100 στα 100 ο τζίρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: