Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Ημερωμένα Λόγια 2

Και να, που πιάστηκα στη γιορτή κι εγώ.
Μια ζωή φαγούρα, μανάρα μου, και πλέον παρατηρώ τα γύρω τραπέζια, του αναψυκτηρίου, σα σακάτης σε νεκροκρέβατο. Υπερήλικες και μεσήλικες που τους συνοδεύουν, άλλο δέρμα, ίδιο μυαλό, χορεύουν βαλς στην πλατεία. Αρπάζουν βίαια απ το χέρι τους απογόνους τους, που μέχρι πριν γλύφαν παγωτόμπαλες και στ'αρχίδια τους όλα, παρασέρνουν τα πιτσιρίκια στο χορό και με το ζόρι τα πασπατεύουν και τα παινεύουν. Μέχρι που τα πρόσωπα των πιτσιρικάδων γεμίζουν σκουριά και ρυτίδες, τα μάτια τους κρεμάνε, σα να παραιτούνται απ τη ζωή την ίδια, δόντια γίνονται σουβλερά, το χαμόγελο χαιρέκακο, και θαρρώ πως πλέον τη πούτσισαν όλοι οικογενειακώς.

Μου θυμίζει όπως τότε που ταξίδευα Αθήνα-Φλώρινα, βράδυ. Τα φώτα των σπιτιών στα περίχωρα, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, μοιάζαν με πυγολαμπίδες, σιχαμένες, σίγουρες για τη πάρτη τους, μπλέκονταν η μια με την άλλη και γαμιούνταν ανελέητα, ζώα, καρκίνος.
Και όμως, είχε πλάκα!

Πιο δίπλα, ένας γέρος σπάει τουλάχιστον 3 ποτήρια με αδέξια σκουντιά. Χαμογελάει συγκαταβατικά στη σερβιτόρα, εκείνη κάνει το ίδιο, μα μόλις απομακρυνθούν, ο μεν ψελίζει, "Ηλίθια γουρούνα, με τρόμαξε και τα έριξα όλα", και η δε, πριν φέρει από μέσα σκούπα και φαράσι, κάνει γκριμάτσες στις φίλες της δείχνοντάς τον. Δε παραλείπει να προσπαθήσει να κοιτάξει τι γράφω αυτή τη στιγμή στο μπλοκάκι, περνώντας από το διπλανό τραπέζι. Το πάχος μου την εμποδίζει, κουνιέμαι και σαν εκρεμές και την αποφεύγω. Προς το παρόν. Γράψιμο στο αναψυκτήριο; Θεός φυλάξει. Σπάνιο θέαμα. Εκτός κι αν καταλήξουν ότι γράφω εργασία για κάποια σχολή (θα σπουδάζει το παιδί, δε μπορεί), ή κάνω τίποτα λογιστικά. Είμαι ο μελλοντικός Padre de la famiglia άλλωστε, σωστά; Κάποιας famiglia, δεν έχει σημασία, έτσι δεν είναι;

Ο παχουλός γιάπης απέναντι με κοιτάει επίμονα, ρουφώντας ένα πούρο, και πότε πότε ανεβάζει τα γυαλιστερά γυαλιά ηλίου του στο μέτωπο, για να ξετσιμπλίσει τα αδιάφορα, νεκρά μάτια κουκουβάγιας που κληρονόμησε, κάπου, κάπως, κάποτε. Κουφάλα η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας, μάτια μου, αν και, για να μη το παίζουμε κι υπεράνω, ένα μέρος μου φαντασιώνεται ότι ο τύπος έρχεται στο τραπέζι μου, κοιτάει το μπλοκάκι, μου σφίγγει το χέρι και μου λέει, "Γιάννης Ασπρογέρακας, εκδότης. Ας κάνουμε μπίζνα". Η ηδονή της προσμονής για μεγαλεία. Επιβράβευση μερακίου και κόπου σε προσωπικό επίπεδο, το λένε πολλοί. Προτιμώ το "εκτόνωση εγωισμού σε σχέση με το γύρω περιβάλλον". Βγάλε φράγκα. Μια φράση που αντηχεί συχνά στη κούτρα μου εδώ και ενάμισο μήνα. Από τότε που πήρα χαμπάρι δηλαδής ότι η δουλειά στο γραφιστικογραφείο θα πάει σκατά. Δημιουργώ το συμβάν σαν εικόνα, ήδη: Παρουσιάζω τα σχέδια, το πολύ 10, στον ημικαραφλό ξερόλα στο γραφείο, τα απορρίπτει επειδή παραείναι "αρτιστίκ" (δεν θα χει και άδικο εδώ), προσβάλουμε ο ένας τον άλλο και φεύγω με άδειες τσέπες.
Δεν είναι θέμα καλλιτεχνικού συμβιβασμού και πίπες.
Αυτά είναι για ευσυνείδητους κουλτουριάρηδες.
Απλά δε μπορείς να σχεδιάσεις τουβλάκια και σπιτάκια στο ντούκου. Ο Lego εφιάλτης μου, εδώ, μαζί και μακριά μου.

Σιγά σιγά πλησιάζει η ώρα που ο καθείς απ την κλίκα μας στα βουνά και στη θάλασσα, θα πάρει κάποια απόφαση. Η ατμόσφαιρα αυτό μυρίζει. Απαλή σα μάγουλα νεογέννητου, βαριά σαν ανάσα ετοιμοθάνατου. Έχει ενδιαφέρον. Ο Εθισμός είναι η avatara της θεάς της Περίστασης, θεριακλίδικη αντρογυναίκα, κολλάει σαν ζηλιάρα γκόμενα σε κάθε βήμα σου, σε βαραίνει σα ταφόπλακα στη πλάτη, μα σε ικανοποιεί σεξουαλικά κάθε δυο βράδια και με το παραπάνω, οπότε την ξεχνάς. Ή κάνεις ότι την αντέχεις. Ανάμεσα σε αλκοολοϋποσχέσεις που εξουδετερώνουν αργά αλλά σταθερά, άσσους και ρηγάδες που εξανεμίζουν την αρέσκειά σου σε οτιδήποτε δεν κερδίζεται με ποθανότητες, κοκαϊνοτσίτες και εργοστασιακών υλικών πειραματισμούς που δε βγάζουν πουθενά, καθώς και κομπλεξοσυμπλέγματα εσφαλμένης αντίληψης της αυτοπεποίθησης και της λειτουργικότητας της τεστοστερόνης, μου σκάει ένα χαμόγελο. Ό,τι και να λάβει ο καθείς μας θα το αξίζει, και το προνόμοιο της νεότερης ηλικίας απ' ό,τι θα περίμενε κανείς, κάνει την εμπειρία να γίνεται ερέθισμα, εφαλτήριο για κάτι παραπάνω, και όχι εξολοθρευτή άγγελο.
Γουστάρω μικροσύμπαν.

Ο μπάρμπας ακριβώς δίπλα μου, μοιάζει με τον Herbert von Karajan μετά από επιδρομή σε βασιλικά φυλάκια τροφίμων, και νομίζει ότι δε καταλαβαίνω που σκύβει άτσαλα προς το μέρος μου για να τσεκάρει, τι σημάδια αφήνει το μαρκαδοράκι σε αυτές τις ξεφτισμένες, μωβ γραμμούλες. Αιώνια βουκολική περιέργεια, το "Et in Arcadia Ego" με μπαρμπάδες με κινητά αντί για ποιημένες, να κοιτάνε καρφωμένοι την πετρόπλακα που έχει πάνω χαραγμένα τα αποτελέσματα του ΛΟΤΤΟ. Τα δάχτυλα αρχίζουν και πιάνονται σιγά σιγά, το τατουάζ με τρώει απίστευτα και λάμπει ηλιθιωδώς από την κρέμα για το σύγκαμα βρεφικού κωλαρίνου που το παστώνω κάθε μέρα αναγκαστικά, αλλά είμαι μόνος μου σήμερα στο χωριό. Από τότε που ο άνθρωπος έφτιαξε το πρώτο ρόπαλο, άρχισε να σκέφτεται τις πιο περίεργες (καλές, κακές, λανθασμένες, σωστές, γάμα το) δικαιολογίες για να πράξει το οτιδήποτε. Καμιά μοναξιά δεν ήταν διεγερτικό μου το τελευταίο διάστημα, μα κοίτα τώρα τον κύκλο να κλείνει και να ξανατσουλάει απ την αρχή.

Είναι μάλλον ο ίδιος λόγος που σπρώχνει έναν άντρα να παρατηρεί με τις ώρες ρυτιδιασμένα μπούτια 40-άρας, παρ'όλο που το συνολικό πακέτο μπάζει νερά από παντού. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να κάνεις. Η θάλασσα λυσσομανά, οι γυναίκες κρύβονται, φοράνε τα ρούχα και τις προβιές τους πάλι, και από γυναίκες μεταμορφώνονται ξανά σε νοικοκυρές, συζύγους, μάνες. Μία, και μόνο μία, δεσποινίδα παραμένει ακμαιότατη, πίνει όμως καφέ και μοιάζει αρκετά γραψαρχίδω διαβάζοντας αθλητικά. Αθλητικά!!

"Βγάλε φράγκα". Αντηχεί πάλι η ίδια φράση σα καμπάνα στα αυτιά μου.
Η συζήτηση με το Στέργιο επί του θέματος, ήταν διαφωτιστικότατη.
-Ηλία μου, σου χω πει ότι ένας τρόπος μόνο υπάρχει.
Μου έδειχνε τη μπλούζα του, που απεικόνιζε ένα τραπουλόχαρτο. Άσσο.
-Να πουλάω T-shirts σε τζογαδόρους έξω από καζίνα;
-Το χιούμορ σου είναι ανεπαρκές σήμερα.
-Ωραία. Μα δε τα καταφέρνω με τα χαρτιά, φίλε. Το ξες πολύ καλά.
-Έξυπνο παιδί είσαι. Θα τη βρεις την άκρη.
-Δε ξέρω πόκερ. Είμαι στο μηδέν και δεν έχω όρεξη να μάθω.
Τα μάτια του άστραψαν.
-Ηλία μου. Το πόκερ θες 5 λεπτά να το μάθεις, και μια ζωή να το βελτιώσεις.
Τον έβλεπα να μιλάει και να νιώθει ήδη το άγγιγμα του χαρτιού στα δάχτυλά του. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από μια πρωτόγνωρη λαγνεία για περιπέτεια, για ρίσκο. Σιώπησα, αρνούμενος ευγενικά τη προσφορά. Ο Στέργιος βρήκε προς το παρόν αυτό που ψάχνει απ τη ζωή. Έχει μια νεότητα να ξεζουμίσει το πάθος του και μια ζωή για να το μετανιώσει. Κοινώς, αυτά τα χρόνια, και τα χέρια και τα πόδια να του κόψεις, θα γυρίζει φύλλα με το στόμα και θα φωνάζει "check!" χτυπώντας το κεφάλι του στο ποκεροτράπεζο.

Αλλάχ Αλλάχ, αγαπάω το μικρό, περίεργο, ρατσιστικοφανές χωριό μου. Περπατάω τα ίδια στενά και βλέπω τις ίδιες παραστάσεις εδώ και 9 χρόνια (και παραπάνω, αν βάλουμε και τα χρόνια που δε ζούσα εδώ, μα ερχόμουν σαν επισκέπτης) μα ακόμα με γνωρίζω τίποτα. Προχτές παρατήρησα πως το σπιτάκι δίπλα από το περίπτερο κάνει τέλεια γωνία με το ακριβώς αριστερά του, και μπορείς αναλόγως των περιστάσεων να δεις το φεγγάρι πεντακάθαρα, ακόμα πιο τέλεια. Ή ανακάλυψα πως η οικοδομή πάνω από το σούπερ-μάρκετ είναι στο ίδιο στάδιο κατασκευής, φρεσκοχτισμένη, τρόπω τινά, όλα αυτά τα χρόνια. Υπάρχουν αόρατα δεσμά μεταξύ ενός ανθρώπου και του τοπίου στο οποίο ανήκει, το θηλαστικό γίνεται καθρέφτης των στοιχείων του περιβάλλοντός του, αναπνέει μέσω αυτών, νιώθει τις κινήσεις της ζέστης στο τσιμέντο ή ακούει το ψίθυρο των βοτσάλων το βράδυ, στη παραλία. Μερικές φορές το γενικεύω βλακωδώς, και νομίζω ότι αυτά φώναζε τότε ο μπαρμπα-Ιησούς, μαζί με όλους τους multilingua υπερκοσμικούς συνεταίρους του στην Επουράνια Τράπεζα Πίστεως. Ανέπνευσε σαν ένα, διότι μέσω του περιβάλλοντος γνωρίζεις τη κάθε μονάδα, ζωντανή ή νεκρή. Δάμασε τη καθημερινότητά σου και κάντηνα vahana, ίππευσέ τηνα και διάλεξε το πάθος που θα σε προσδιορίσει από εδώ και πέρα, γνώρισε, πόνεσε, αγάπα και ψόφα. Σκίσε το δέρμα σου και αναγεννήσου, ένας νέος άνθρωπος, μια νέα μονάδα που περικλείει μέσα της και άλλες, και το αντίστροφο φυσικά.
Το πήρα απόφαση.
Αύριο ξύρισμα.
Ή μεθαύριο.
Ή από Σεπτέμβρη.
(...)

Ανέφερα το φεγγάρι. Με ηδονίζει, πλέον. Το ίδιο όνειρο, αρκετές φορές. Ίσως με παραλλαγές, αλλά ίδια βάση. Μια πανέμορφη πιτσιρίκα με καστανή επιδερμίδα και κατάλευκα πέπλα, χορεύει κάποιο βράδυ στη μέση της ερήμου, της οποίας η άμμος γίνεται αμμουδιά παραλίας αργά και γαλήνια. Είμαι ένα μικρό τσακάλι, κάθομαι στα 4 πόδια μου και την παρατηρώ γοητευμένος, και το φεγγάρι κατεβαίνει και συνομιλούμε. Δεν υπάρχει χρόνος, ούτε ορίζοντας, ούτε τίποτα. Μόνο η γυναίκα του ονείρου μου, κ εγώ με το φεγγάρι να τη σχολιάζουμε. Η θεά μας. Η γυναίκα, η κόρη, η αδερφή, η πουτάνα, η Παναγία μας. Ορκίστηκα να τη ψάξω μα δε θα το κάνω. Διότι η ρεαλιστική πλευρά της μπάκας μου, θα με βάλει στη καθημερινή μου βόλη και τάξη, μόλις το όνειρο ξεχαστεί, ή γυρίσει σε εφιάλτη, όπως σχεδόν πάντα.
Φαντάσου αυτό το όνειρο σαν εφιάλτη:
Η κοπέλα θα ναι μεσήλικη και 50 κιλά παχύτερη, θα σούρνει 6 μούλικα μαζί της και θα με κυνηγάει φωνάζοντας στην έρημο, ενω το φεγγάρι θα κοιτάζει αλλού και θα σφυρίζει αδιάφορα.
Ο καριόλης.

Ο μαρκαδόρος τελειώνει, εγώ γουστάρω και ψάχνω επίλογο. Τέλεια πάσα; Η κουβέντα κάποιων απ τα προαναφερθέντα γερόντια για τη γρίπη των χήρων. Δε πρόκειται περί ορθογραφικού λάθους νεαρέ μου, καθώς νεότερες πληροφορίες αναφέρουν ότι πλέον τον κολλάς μόνο αν έρθεις σε κοντινή επαφή με Αμερικάνο ζωντοχήρο, 60 και άνω, με νεκρή γυναίκα απ τη δεκαετία του 80, μαλλί-μπαμπάκι διακριτικό, πασπαλισμένο τριγύρω από αξιέπαινη, αστραφτερή καράφλα, ξερακιανό μα ετοιμοπόλεμο σε κάθε περίσταση, τσιτωμένο και υπέρ του δέοντος αυστηρό με τους πάντες, καθώς αυτοί φταίνε που πέθανε η γυνή.
Μη σας έρθει στο μυαλό ο χαρακτήρας του θείου Clint στο "Gran Torino".
Αυτός ήταν μέγιστος μάγκας.
Εύχομαι να κολλήσω τον ιό και να τον απλώσω στο χωριό. Κάτι ενδιαφέρον και περιπετειώδες για αυτούς, πέραν της πάνας των μωρών τους. Θα με σταυρώσουν, θα με χώσουν σε τάφο-σπήλαιο, και μετά θα ανατινάξω τη πύλη και θα βγω γκλαμουράτος με δυο παχύσαρκους ταύρους σε κάθε χέρι, Μίθρας φάση. Ανετότατα. Μόνο έτσι αγαπάνε στο χωριό, διότι καλώς ή κακώς, ο σεβασμός εδώ κάτω κερδίζεται. Σωστά: Love the village, not the villager. Ξανά και ξανα, μεγάλη αλήθεια, να το θυμάσαι μωρό μου.
Υγεία.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: