Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

13 αλμπουμάκια που τραβιούνται ανετότατα τέτοιες μέρες


1)QUEENS OF THE STONE AGE
"SONGS FOR THE DEAF"
----------------------------------
Αν μου ζητούσαν να ονομασω τρία άλμπουμ rock με την ευρεία έννοια, μοντέρνα κατά βάση, που θα έπρεπε να αγοράσουν όλοι σα ζήτημα ζωής και θάνατου, καταρχάς θα παρακαλούσα να αφήσουν στην άκρη το κουζινομάχαιρο και να σταματήσουν να σημαδεύουν τα παπάρια μου, κατά δεύτερον το "Songs for the Deaf" θα ήταν ανετότατα μέσα στη τριάδα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι περιέχει μερικά από τα ποιοτικότερα και καυλωτικότερα εμπορικά ροκοκόματα που έχουν ξεπηδήσει τη τελευταία 10ετία (ή και βάλε κάτι παραπάνω;) στο χώρο, ούτε ότι σε επίπεδο στησίματος και παρουσίασης, ο δίσκος εθίζει αγρίως (θυμηθείτε τα samples/ραδιοφωνική εκπομπή, ή τη βιντεοκλιπάρα του "Go with the flow" με τα καυλόγκαζα). Είναι επίσης, αν θυμάμαι καλά, ο τελευταίος δίσκος της μπάντας στον οποίο το αδιαπραγμάτευτα άναρχο και ανεξέλεγκτο ταπεραμέντο της ανωμαλάρας, του Nick Oliveri, αφήνεται να ποτίσει τις συνθέσεις με τις punk μούρλες του, δίνοντας μια επιπλέον κλωτσά στα ήδη τίγκα-στην-αντρίλα κωλοβάρδουλα του "Songs for the Deaf".
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Τα σημεία με τον Oliveri. Αντικειμενικότης είπατε; Σε αυτό το blog;


2)MELVINS & JELLO BIAFRA (Ή ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ)
"NEVER BREATHE WHAT YOU CAN'T SEE"
------------------------------------------------
Οι Melvins είναι κάτι παραπάνω από μπάντα. Είναι έννοια στο σκληρό, αρχιδάτο, αντρίκιο, βρώμικο και κακό. Ο Biafra είναι κάτι παραπάνω από τραγουδιστής. Είναι έννοια στο δημιουργικό, κυνικό και σφαιρικό τρόπο σκέψης. Και χιούμορ, επίσης. Αυτός ο δίσκος είναι ακραία γαμάτος: Οι Melvins κοπανάνε πιο Dead Kennedy-κα, ο Biafra αφήνεται ελεύθερος και λυσσάει φτύνοντας στιχάρες, ο πειραματισμός δε λείπει (με τον κιθαρίστα τον Tool που μοιάζει γνήσιο παιδί των παγκακιών της πλατείας Εξαρχείων στη μάπα, να συμμετέχει δω κι εκεί), το εξώφυλο είναι πολύ όμορφο στο μήνυμα (ο τεμπελχανάς σέρνικος λιόνταρος μασουλάει ζέμπρα που προφανώς δε κυνήγησε ο ίδιος), μερικά riff σε μαγκώνουν απ' τα μούτρα και σε κατουράνε στο κούτελο με την ανωτερότητα και την μαγκιά τους, γενικά, είναι ένας δίσκος που θα αρέσει τόσο στον πάνκη του τότε που χει το αυθεντικό λεξικό-βιβλίο με μεταφρασμένους στίχους των Kennedys στα ελληνικά, όσο και στον βλαμενουάρ βρωμιάρη που ακούει "Melvins" και προσπαθεί μεθυσμένα να χτυπήσει προσοχές (καταλήγοντας στο πεζοδρόμιο με τα δόντια). Μαγεία.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Οι στίχοι του "Enchanted Thoughtfist", ειδικά στο σημείο που λέει για τον Ginsberg.


3)BLACK RIVER
"BLACK N' ROLL"
----------------------
Κάποια στιγμή κοιτάς το κόσμο γύρω σου προσπαθώντας να βρεις το... "rock" της υπόθεσης ας πούμε. Ναι, ξέρω το ότι η παραπάνω ατάκα θα μπορούσε άνετα να ανήκει στη Τζόυς Ευείδη (ή όπως γράφεται, βαριέμαι να το google-αρω, μαστιγώστε με) σε κωλοσειρά αρχές δεκαετίας 90, μα σκεφτείτε το: απ' τη μία μουσικοξερόλες με κάτι μούτρα μέχρι το πάτωμα, απ' την άλλη καλοφροντισμένοι εναλλακτικοί (laternative) απ' το Γκάζι με τα πουστ-ροκ τσιμπούκια τους. Η ακοή είναι αίσθηση όπως και η όραση, όλες οι αισθήσεις επηρεάζουν την αντίληψη, και η αντίληψη φιλτράρει ερεθίσματα που καταλήγουν δομημένα και ταξινομημένα, σε απόψεις και λατρείες και έχθρες. Οι Πολωνοί Black River είναι κείνοι οι λέπουρες που θα σκάσουν μεθυσμένοι στο μαγαζί που αράζεις, θα χουφτώσουν τη γκόμενά σου, θα πιαστείτε στα χέρια, και μετά θα τους κεράσεις ή θα σε κεράσουν μπύρα επειδή είστε όλοι λιώμα, ούτως ή άλλως. Μπουνταλάδες, άκομψοι, σιχαμένοι- να'στε καλά! Απλοί και ουσιώδεις: Ό,τι δεν σηκώνει πουτσότριχες και πουτσοκόρμι ως το ταβάνι, απλά δεν είναι rock! Ο άτεχνος τραγουδιστής γκαρίζει σαν αρκούδι και ενίοτε θυμάται ότι υπάρχει και κάτι που λέγεται "μελωδικότερη φωνητική γραμμή" (μόνο και μόνο για να της γαμήσει τη μάνα στη συνέχεια), η μουσική χρωστάει τόσο σε Danzig-o-μπάντες όσο και σε πιο μεταλλικά τερτίπια, θα μπορούσαν να ήταν κάτι σαν Mondo Generator αν ήταν περισσότερο διεστραμμένοι και με μεγαλύτερες βλέψεις (και αν οι Mondo Generator μετά τον δεύτερο δίσκο δεν την έβλεπαν ψιλο-βεντέτες και "μετρημένοι"). Αν σήμερα κάνεις πάρτυ και θέλεις να ψήσεις μεθυσμένη παρτούζα σπίτι σου, βάλε να παίξει το "Barf Bag" και το ομότιτλο από αυτό το δίσκο όπως και δήποτε. Και στείλε μου mail μετά να με ευχαριστήσεις.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Το λιτότατο και Danzig-έικο εξώφυλο. Μπλακ εντ Ρολ!


4)SOUNDGARDEN
"BADMOTORFINGER"
-------------------------
Καλά τώρα... Βίωμα. Ακόμα και πριν αποφασίσω ότι σιχαίνομαι να ψάχνω στη μουσική (σιχαίνομαι = βαριέμαι), αυτός ο δίσκος είχε καρφωθεί στη κούτρα μου σχεδόν παρά τη θέλησή μου. Το πιο προσωπικό βίωμα βέβαια ήταν προσφάτως, όταν, στο εργαστήρι ζωγραφικής της σχολής μου, στο κωλοχώρι που βρίσκεται δηλαδή, καθιερώσαμε την τακτική "Πίνω ένα λιβάδι και μετά ζωγραφίζω σα πούστης". Μέσα στον ιδρώτα επιλογής δίσκου για την εν λόγω διαδικασία (και αφού το πρώτο A Perfect Circle έκανε θαύματα), έπιασα το "Badmotorfinger". "Μπα, αυτό;" σκέφτηκα. "Πολύ συγκεκριμένο για τριπίλες". Εν τέλει το δοκίμασα. Και ακόμα και τώρα θυμάμαι να ακούω τα σαξόφωνα στο "Drawing flies" και να χάνομαι, το ρεφρέν του "Searching with my good eye closed" να με κάνει σχεδόν να εκσπερματώνω στην αφάνα της γερασμένης συμφοιτήτριας απέναντι, το "Jesus Christ Pose" να έχει απίστευτα σατανικές ροκ κιθάρες... και θα μου πεις, "Καλά ρε μαλάκα, μαστουρωμένος, όλα τέλεια είναι". Ναι μωρέ. Και κάθεσαι και διαβάζεις πράγματα που ίσως ξέρεις, από ένα τέτοιο blog. Κουβέντα να γίνεται. Ο Cornell είναι φωναροφώναρος ό,τι επιχείρημα του κώλου και να έχεις για το αντίθετο. Ακόμα και αν έγραφε μαλακιούλες στίχους. Αρκεί να τσιρίξει σαν Robert Plant σε σύνδρομο υστερίας, και τα ξεχνάς όλα. ΟΛΑ.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Όλος! Όλος. Όλος, όλος!


5)REPTILE HOUSE
"I STUMBLE AS THE CROW FLIES"
--------------------------------------
Για τους ελάχιστους που παρακολουθούν το τι γράφεται δω μέσα τακτικά, εκτός από την έμφυτη ανωμαλία τους, αναγνωρίζω επίσης και το ότι πλέον όποτε ακούνε ή διαβάζουν το όνομα "Daniel Higgs" τρώνε φρικάρες και χύνουν σαπουνάδες απ' το στόμα. Οι Reptile House είναι η προ-Lungfish μπάντα του κυρίου Higgs. Περίεργη περίπτωση. Ακόμα και μέσα στο groupie ενθουσιασμό μου για τον μουσάτο μισότρελο προφήτη, σε καμία περίπτωση δεν έχουμε να κάνουμε με "αριστούργημα" ή κάτι παρόμοιο. Χωρίς αυτό να μειώνει την αξία του δίσκου. Είναι μια ιδιομορφία από μόνος του, αν το καλοσκεφτείς: πολύ νταπαντούπα και χραπαχρούπου για να χαρακτηριστεί "εκπαιδευτική ροκιά", πολύ αρτιστικά στημμένος και λόγιος σε σημεία για να τον πεις "το μπασταρδοπαίδι του τάδε πάνκη". Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, μα αξίζει έστω και μια φορά να ρίξετε μιαν αυτιά στο δίσκο. Και το κομμάτι "Keelhaul Love" είναι μούρλια.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Περισσότερο "φετίχ στη συγκεκριμένη περίοδο", ο Daniel Higgs νεότερος και βρωμίκουλας/λεχριτοτζόβενος:

Καμπούμ.


6)GRINDERMAN
"GRINDERMAN"
-------------------
Κάπου στο 2007, ο Nick Cave που πλέον εκτός από καλλιτεχνάρα θα τον μνημονεύουμε και σαν τον λόγιο με το πιο τσοντάδικο μουστάκι στην ιστορία της μουσικής, άφησε στην άκρη της λύρες του Ορφέα και θυμήθηκε ότι είναι ένας τσογλαναράς που, όσο μορφωμένος και να το παίζει (και να είναι), θέλει να κάνει βαβούρα. Σαματά. Να ενοχλήσει και να σκανδαλίσει αλλά όχι με το μπαμπάκι πλέον, μα με την ατσαλόβουρτσα. Αν δεν έχετε ακούσει το δίσκο καθόλου, κατεβάστε τον ή γράψτε στο γιουτούμπ "grinderman no pussy blues". Από αυτό και μόνο το κομμάτι ρουφάς όλα τα vibes. Αλητεία φιλοσοφημένη, βαβούρα όχι σαν αυτοσκοπός αλλά ταυτόχρονα απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό της και αποτελεσματική, ο Nick Cave να ξανανιώνει και να χαρίζει ερμηνείες...ΕΡΜΗΝΕΙΑΡΕΣ. Τι άλλο να γράψεις επί του θέματος;
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Μια τραγουδάρα με το όνομα "Honey Bee (Let's Fly to Mars)", και η θέα του μακακοειδούς στο εξώφυλο να την παίζει σε βαθμό αυτοακρωτηριασμού από την καύλα.

7)ROLLINS BAND
"GET SOME GO AGAIN"
--------------------------
Για όσους μοιράζονται ίδια κουσούρια με μένα, αυτός ο δίσκος είναι ήδη γνωστότατος και αγαπημένος. Για όσους θα γούσταραν να ακούσουν ένα καλό επιχείρημα για το γιατί να τον ακούσουν, θα πω μόνο ένα πράγμα: Τραγουδάει ο ΜΑΝ. Οκέη; Οκέη να λες. Ο δίσκος έχει μια πρέζα από την ενεργητικότητα των Black Flag, όσο και μια ολοφάνερη διάθεση για rock'n'roll πρωτόλειο, βαρύ κι ασήκωτο, αντρίκιο, τίγκα στα μούσκουλα. Θυμάμαι ακόμα το Λαρσαίο, που δεν έτυχε ποτέ να γουστάρει για κάποιο λόγο τον Henry Rollins αλλά να έχει σε κάδρο τον Ανσέλμο, να βλέπει το βιντεοκλίπ του ομόνυμου τραγουδιού, και στη θέα του ΜΑΝ με μποξεράκι και κοπάνημα πάνω στα σανίδια, να ξινίζει, "επειδή του θυμίζει πολύ άβολα τον Ανσέλμο". Ή μάλλον, ο Ανσέλμο θυμίζει σε σημεία άβολα τον Rollins, να επισημάνω. Άμα πω ότι κάποιες κιθαριές μου φέρνουν στο μυαλό Maiden Di'Anno εποχής (μην την αγνοείτε κόπανοι), είμαι σίγουρος ότι και ο Rollins ο ίδιος θα έβγαζε αεροπορικό εισητήριο αποκλειστικά και μόνο για να μου σπάσει τα μούτρα, οπότε το βουλώνω. Ακούστε το.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Α, δε θυμάμαι αν το ανέφερα; Σε αυτό το δίσκο αφεντικό είναι ο ΜΑΝ!

Και αν κοτάς, πες μπροστά του "Σου γαμάω το σπίτι, μαλακοκαύλη".


8)CLUTCH
"ROBOT HIVE EXODUS"
---------------------------
Σας έχω πρήξει το πούτσο σε δαύτο blog για τους Clutch. Clutch το ένα, Clutch το άλλο. Και θα συνεχίσω να το κάνω, μέχρι να παγώσει η κόλαση η ίδια. Τοσο γαμάτη μπάντα είναι οι Clutch. Λατρεύοντας φανατικά το μεγαλύτερο ποσοστό της δισκογραφίας τους, το "Robot Hive Exodus" βρήκε το δρόμο του σε αυτό το... "αφιέρωμα" (χα-χαχαχαχα), κυρίως επειδή οι φτηνόμπυρες Lager απ τα Ντία τελειώνουν και έπρεπε να πάρω αποφάσεις κρίσιμες. Αυτό δε λέει τίποτα. To "Robot..." είναι αρρώστια. Στο μυαλό μου το χω σαν ένα διαστημικό θέατρο με πανύψηλους, κίτρινους προβολείς, που φρικιά με μούσια και ρούχα-λουρίδες σκισμένα θα βγαίνουν στη σκηνή και με μουσική υπόκρουση θα απαγγέλουν πανέξυπνα στιχάκια περί θρησκείας και επιστήμης. Και όλα αυτά ραντισμένα με την μαγκιά και την αντρίλα του τριχωτού και της ποτισμένης στο Southern (χμφ) γενειάδας. Οι Clutch είναι συνηθισμένοι να σκαλίζουν θριάμβους, μικρότερους ή μεγαλύτερους. Εδώ απλά στο βουλώνουν πριν καν πας να βγάλεις άχνα.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Γελάω πραγματικά που θα το ξαναγράψω! Αλήθεια! Γελάω μόνος μου σα το μαλάκα! Αλλά: "Mustache stays, right where its at". Και του χρόνου, τσάκαλα!


9)THE ANAL TREATMENT XXXPERIENCE
"INHUMAN ANAL EXPLORATION"
---------------------------------------------
Έχω ξαναγράψει σε αυτό το blog περί "κουμπαριάς": Συχνά πυκνά και όποτε μου καυλώσει, θα σας ειδοποιήσω για μπάντες που τις φορμάρουν γνωστοί και αγαπημένοι μου, και που θα γαμάνε. Πέραν από αντικειμενικότητες και μαλακίες, ο κανόνας για μένα είναι ένας: Αν συμπαθήσω κάποιον πολύ, σημαίνει αυτόματα ότι θα μου αρέσει και η μουσική του δουλεία, αν έχει βεβαίως τέτοια στο καρνέ του (δε κάνω παρέα με μουσικούς μόνο). Είχε γίνει στο παρελθόν με διάφορα, τώρα με δαύτους τους ανώμαλους. Ναι, είναι grind πρόστυχο και πρωκτόλαγνο. Ναι, ο τραγουδιστής, ο Νικόλας, είναι γαμώ τα παιδιά και τον φιλοξένησα μαζί με τη κοπέλα του πριν κάτι μήνες στο σπίτι στα βούνια και περάσαμε υπέροχα. Καμία "αντικειμενικότητα", εντάξει; Εντάξει θα λες. Το "Inhuman Anal Exploration" είναι τίγκα στην ασημένια, αστραφτερή καύλα, είναι τίγκα στην αίσθηση του "κάνω ό,τι μου γουστάρει ακριβώς επειδή μπορώ και δε με δεσμεύει τίποτα", είναι τίγκα στο "γράφω γαμάτα τραγούδια απλά και μόνο επειδή έτσι μου καύλωσε". Και δουλεύει, ω ναι. Δουλεύει. Μετανιώνω ακόμα που δε μπόρεσα να μαι στο live πριν κάτι μέρες στην Αθήνα. Ο τραγουδιστής τους, δε, όταν τον πρωτοσυναντάς, λόγω επιβλητικού παρουσιαστικού, πιστεύεις ότι το πιο πολιτισμένο πράγμα που μπορεί να κάνει είναι να σου δαγκάσει το λάρυγκα πειδή πεινάει, αλλά αυτό είναι απλά μια μεταμφίεση για να κρύψει την τρυφεράδα που κρύβουν δαύτα τα ανοιχτόχρωμα μάτια. Και σταματάω γιατί πολύ οπισθόβουλοι γίναμε στα γεράματα, άη;
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: "Skatosoupa" και, λαμόγιο Νικόλα, μαζί με τη μπλούζα, κοίτα να σκάσεις και καμια κόπια του δίσκου. Ακόμα περιμένω, ναι;


10)ALICE IN CHAINS
"DIRT"
------------------------
Φάση μπάντας που πριν χρόνια και ζαμάνια, όταν είχα πρωτακούσει, δε μου λέγανε μία. Είχα περισσότερη ανάγκη για οφθαλμοφανή τεστοστερόνη. Προσφάτως, και με αφορμή τη κομματάρα και υπερ-hit "Would?" κόλλησα άσχημα με τον δίσκο όλο. Όλοι μας θέλουμε να έχουμε την έννοια της "παρακμής" και της σκατίλας στη κούτρα μας, και ψάχνουμε ροκσταρς σε όλες τις πτυχές της τέχνης για να βρούμε το χαπάκι μας, την μορφίνη μας. Με διαφορετικούς κώδικες. Το "Dirt" είναι απ τα πιο ύπουλα και υπόγεια άλμπουμς, όπου η κατάθλιψη (αν σώνει και καλά πρέπει να ψυχαναγκαστείς και να φας κατάθλιψη επειδή ακούς ένα δίσκο, ρε) σφάζει με το μπαμπάκι. Ο πρεζάκιας Staley έχει εξωπραγματικά όμορφη χροιά και μαζί με το κιθαρίστα φτιάχνουν αμίμητο ντουέτο. Κλαψαρχίδες; Μουντοί; Μελό; Ξέρω γω; Για μένα, μελαγχολικά rock και αποτελεσματικά συναισθηματικοί. Και βιώσιμοι, εν τέλει, αν είστε γκαντέμηδες.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Το "Would?" με τον Anselmo στα φωνητικά, live, μετά το θάνατο του πρεζοStaley.


11)THRICE
"BEGGARS"
-------------
Σύντομο το φλερτ μου με δαύτους. Φανταστείτε αυτό: λιώνεις το κατακαλόκαιρο απ' τον πουστοπρέζο κωλοήλιο, και ξαφνικά μέσα απ' το παραθύρι φυσάει δροσούλα ανεκτίμητη. Ή το άλλο: περπατάς βραδάκι σε κτήμα, και ξαφνικά ψιχαλάει, όχι το ενοχλητικό "στάλα στάλα στη κεφάλα" σα κινέζικο βασανηστήριο, ούτε το όλοι λούτσα- η ψιχάλα χάδι, η απόλυτα ειλικρινής και βολική, στοργική. Κάτι τέτοιο παίζει με το άλμπουμ. Χαμηλές συχνότητες, χαμηλές ταχύτητες, ζεστή, φιλόξενη ατμόσφαιρα, πολύ όμορφη χροιά που πατάει σε παλαιότερα και επιτυχημένως δοκιμασμένα rock μοτίβα. Αλέρτ.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Το ομότιτλο. Γαμάει κωλαρίνους.


12)TOM WAITS
"FRANKS WILD YEARS"
--------------------------
Μη πιάσουμε κουβέντα για τον Θωμά τον Περιμένη. Θα σπαταλήσουμε τη μισή μας ζωή. Και σας το λέει τύπος που ουδέποτε τον λάτρεψε σα θεό, ας πούμε. Αλλά είχε πάντα την ικανότητα να σου φέρνει το καμπαρέ και τις πουτάνες μες τη μάπα, στο σαλόνι. Και στο συγκεκριμένο δίσκο, σε προκαλεί σχεδόν να βουτήξεις στο οινόπνευμα και να φτιάξεις μπόγο και να την κάνεις προς άγνωστη τοποθεσία, μένοντας ενδεχομένως στο αμάξι σου για κάποιο διάστημα. Ο Waits εδώ γαυγίζει σα να μην υπάρχει αύριο, ενίοτε θυμάται και το ότι μπορεί να σιγομουρμουρίσει πιο μελωδικά, πιο μετά γίνεται τσαχπίνης και προφανές θήραμα για κουλτουροκορασίδες, πιο πέρα άντρακλας και μπουκοφσκικός και προφανές θήραμα για κουλτουροκορασίδους. Το "Franks Wild Years" γαμάει.
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: "I'll be gone"- άστηνα τη καριόλα, φάει τοστ το πρωί αφού τη γαμήσεις, και φύγε. "Yesterday is Here"- Παιάνας καταχρήσεων. Επίσης, το ακορντεόν και η ακόμα τζόβενη τότε μάπα του Θωμά στο εξώφυλο.


13)ROB ZOMBIE
"HELLBILLY DELUXE 1"
---------------------------
Ποτέ, μα ποτέ δε γούσταρα Rob Zombie. Δεν έχω κάτι με το τύπο, φτιάνει και συμπαθητικές ταινιούλες, μα δεν ειν του γούστου μου. Μα θα μουνα μεγάλος μπετονόβλακας, αν προσπαθούσα να προσποιηθώ καν ότι αυτός ο δίσκος, δεν είναι τόσο εθιστικός όσο και το σουτάρισμα ηρωίνας τούρκικιας στις φλέβες. Ο Rob εδώ είχε βρει μια χρυσή συνταγή. Είχε κάνει συμβόλαιο με το διάολο. Είχε το κοκκαλάκι της νυχτερίδας. Δε ξέρω. Μα σε αυτό το δίσκο, μέσα από Industrial μοτίβα, σε κάνει, αν έχεις και την όρεξη και τη προδιάθεση φυσικά (με ακούς, μαλάκω με το αγορέ μαλλί που είσαι εναλλακτικιά;) να χοροπηδάς σα το κατσίκι με ένα groove που ΣΠΑΝΙΩΣ συναντάς πλέον, με ρεφρέν-μεθυσμένες αλκοολογηπεδοατάκες ΜΕΓΙΣΤΗΣ απόλαυσης, και μάλιστα τραγουδισμένα με μια μπουνταλοφωνάρα που ποτέ δε θα πάρει βραβείο εκφραστικότητας ή καλλιφωνίας (και στα κλαπανάρια μας), με ΤΡΑΓΟΥΔΑΡΕΣ που σε μαγνητίζουν, με όλο το περιτύλιγμα δρακούλων/ζομπίων/ζωντανών-νεκρών στριπτιζούδων και βάλε. Μια υπερπαραγωγή με απίστευτο ήχο, ένα τσίρκο γκροτέσκου, ηλεκτρονικό όσο και rawk, αστείο όσο και θανάσιμο, απωθητικό όσο και εθιστικότατο. Meeeeeeet-tha-creeeeeepaaaaaa....
ΦΕΤΙΧ ΣΤΟ ΔΙΣΚΟ: Όλος είναι ένα μεγάλο φετίχ, ας πούμε όμως τον κράχτη "Dragula". Αν όχι για το τίγκα-τριπίλα βιντεοκλίπ, για το ρεφρέν που πάει "Τεεεεεε-τουτουτουτου-μπεεεεεερρρ-τουτουτουτου-μπεεεεεεεεεερρρ-ανδαμπακ-α-μα-ΝΤΡΑΑΑΑΑΓΚΙΟΥ-ΛΑΑΑΑΑ". Αρρώστια.

Τρίτη 4 Μαΐου 2010

Κρόνος


Θαρρώ πως το σύμπαν μπορεί να χωρέσει μέσα στη χούφτα ενός νεογέννητου, και πως τα αστέρια είναι το ψωλόχυμα το αστραφτερό από διαγαλαξιακές ψωλές γιγάντιες, που περιφέρονται στο σύμπαν φορώντας το μανδύα των δορυφόρων αντίληψης. Επισημαίνω επίσης σιωπηλά στη κούτρα μου, με ηχώ από χίλιους βρυχηθμούς από λιοντάρια βαρβατοψώλικα και ψωλοβροντάδικα να αυτολογοκρίνεται, την σημασία του έκτου πλανήτη απ' τον ήλιο, αυτόνα που παλαιότερα γέννησε ένα μάτσο Ολύμπιους μόνο και μόνο για να λιδώσ' τ'αντεράκι του στη συνέχεια, και που είναι ο ίδιος με τον ξερόλα που ανταμοίβει στη ζωή μέσω εμποδίων και που δεν ανέχεται την προδοσία, λες και του πέφτει λόγος, που είναι ο ίδιος με τον βουκόλο αγρότη-θεό που δε ξέρω, οι Σουμέριοι έπαψαν να με ενδιαφέρουν δω και χρόνια.

το θέμα είναι: ο πούστης ο 6ος απ τον Ήλιο, διασκεδάζει με μας.
Είναι η περίοδος που όλοι κοιτάμε τις ευθύνες μας.
Γάμα μας.
Δεν έχω ευθύνες.
Είμαι τεμπέλης, βρωμιάρης, και ανεύθυνος.
Η μόνη μου ευθύνη είναι να βρω το δρόμο για να ζωγραφίσω
και μετά για το σούπερ μάρκετ, στο διάδρομο με τις βότκες
και μετά για το πληκτρολόγιο.

Φαντάσου αυτό, κατάπιε ταμπλέτα και τρίπαρε λίγο μαζί μου:
Ένας αχανής χώρος, κατάμαυρος
στο βάθος αχνοφαίνεται η λάμψη από κάποιο θησαυρό
που στη πραγματικότητα είναι αστέρια που σουτάρουν
στο απόλυτο κενό, τα μέλη του σώματός σου δεν υπακούν κανέναν
και τίποτα
περιφέρεσαι στο τίποτα
ψάχνοντας για ζωτικά μέλη του σώματος ζωτικά όργανα
γυρνάς το κεφάλι
και μέσα από τη σκοτεινιά
ένα έμβρυο αιωρείται αργά αλλά σταθερά
κλάνοντας ευλογία κάθε 3 δεύτερα ακριβώς
δίχως ήχο!
δίχως βρώμα!

Και μετά το αντίστοιχο, το θνητό, το τόσο σιχαμερό και πολύτιμο:
Τέσσερις τοίχοι και κάτι παραπάνω
Ο χώρος να αλλάζει κατά βούληση
λερωμένα πλακάκια με βούλες μικροβίων,
τραπέζι με ζιγκουράτ από χαρτιά, σπόρια και μπουκάλια
Τα μέλη του σώματος να φαγουρίζουν, τα ζωτικά όργανα να πονάνε
το σώμα να απαιτεί,
λες και του πέφτει λόγος- του μαλάκα!
Και μέσα από τη σκοτεινιά
διακόπτωντας τον ύπνο που σου ανήκει, σου αξίζει,
έστω και μεταξύ καναπέος και πατώματος,
φιγούρες δίχως χαρακτηριστικά να εξαφανίζονται μέσα σε ένα δεύτερο
σαν ατμοί, σα καπνός
και να μη ξέρεις
αν πρέπει να γελάσεις, συνηθισμένος πλέον
ή να ενταχθείς στη στιγμή
και να πανικοβληθείς, να βγεις έξω.

Σίγουρα έξω οι άνθρωποι είναι πολύχρωμοι και λαμπεροί
και έχουν και μάτια και χείλη και στόμα
και αυτιά
και μαλλιά.

Ο ασβέστης τρώει τους αρουραίους με στόμα από ξεραμένη ηδονή,
ψιθυρίζοντας ο ποιημένας στο κουράδι του συγχώρεση, γεμίζει το όπλο,
και χύνει τα μυαλά απ' το τσομπανόσκυλο στο παχύ, υγρό γρασίδι,
το αυλάκι σέρνει στα κολπικά του υγρά την βρώμα και τη σιχαμάρα
2010 και βάλε χρόνων,
το πηγάδι τα κάνει τσανάκια με τον άνεμο, και οι δυο μαζί,
μαρτυρούν στη πλάση όλη τα μυστικά, που κάποτε,
ένα ερωτευμένο, παράνομο ζευγαράκι του εξομολογήθηκε,
ένα άλογο που είναι ο καρκίνος ο ίδιος των πνευμόνων ξερνάει αίμα
και με μάτια γαλάζια απ' την τρέλα, παρατηρεί τα βουνά να ρητορεύουν
υπέρ της ζωής και της ανάσας της ελεύθερης,
ο ωκεανός αποφασίζει πως βαρέθηκε εμάς, τους αποτυχημένους στα δύο ποδάρια,
σκίζει τη κοιλιά του με τα ίδια του τα νύχια και ξαμολάει στη στεριά
μυστικά αιώνων φονικά, χυσαμόλια αντίληψης! σα τα αστέρια!

Ω ναι.
Το ξέρω.
Αν στο μέλλον χαρτογραφήσουμε και την τελευταία σπιθαμή του εσωτερικού του στομάχου του μπαρμπα-ωκεανού, τότε ναι, θα'χουμε χάσει και τη τελευταία σπιθαμή από ποίηση στη ζωή μας. Όπως έγινε με τα αστέρια. Όπως έγινε με τα σκουλήκια στο έδαφος, πριν αιώνες.

Βλέπω και το μυστάκιο του πατέρα μου να λάμπει στο σκοτάδι προβληματισμένα,
έτοιμο να πάρει 8 μήνες αναγκαστικές διακοπές σε ένα ωραίο τσιμεντένιο δωμάτιο
μια σκιά του εαυτού του- αλλά τι περίμενες;
Ωραία έζησες γέρο μου. Και θα ζήσεις κι άλλο.
Τσιγάρα θα σου φέρνω γω. Ωραία θα σαι.
Αν και ακριβύνανε.
Μισό πακέρο, έστω.
Να το μειώσεις κιόλας.

Τι σε προβληματίζει μάγκα μου.
Τι ακριβώς;
Το δωμάτιο το ίδιο το αμίλητο
ή η καρέκλα η τσιμεντένια στο κέντρο του,
που αναγκάζεται να σου γλύφει τη κωλοτρυπίδα
κάθε μέρα, με τις ώρες;

Τι σε προβληματίζει μάγκα μου.
Τι ακριβώς;
Το ότι ακόμα έχεις έστω και ελάχιστη λαχτάρα να δείξεις παραέξω ότι αξίζεις σε κάτι
έστω και σε ένα πράμα μόνο, σε αυτή τη κωλοζωή,
ή το ότι στη πραγματικότητα, φοβάσαι να δεχτείς
ότι δεν σου αξίζει να κοπανάς πλήκτρα;

Ο Θορώ είναι ωραίος για το χέσιμο,
ο Μπλέηκ γαμάτος για την αιώρα, το καλοκαίρι,
ο Σελίν είναι μια εμπειρία που σε αλλάζει σα το φίδι και το δέρμα του,
ο Μπουκόφσκι το άλλοθι του ψυχαναγκαστικού κρασοπατέρα,
κακομαθημένου κωλόπαιδου,
ο Μπύχνερ το σύνολο όλων όσων ίσως αγαπήσεις όταν έχεις τις μαύρες σου,
ο Ζαρύ ο Αλφρέδος μια εμπειρία όπως η πρώτη φορά που σκουπίστηκες μόνος σου
μετά το χέσιμο,
ο Ράινχαρτ ή Κοκροφτ ένας απολαυστικότατος κομπογιανίτης,
ο Καστανέντα ένας ημίτρελος γεροξούρας κομπλεξικός, με τρελό ταλέντο
στα λογοτεχνικά κόλπα,
ο Σαρτρ άβολος και δυσκοίλιος μα θεραπευτικός,
ο Ντοστογιέφσκι παράπλευρα ηδονικός και σκουριασμένα υπέροχος,
ο Απολιναίρ στο κόσμο του,
ο Κόρσο ανεπιτήδευτος μα λίγος,
ο Γκίνσμπεργκ άλλοτε θεραπευτικός και πλέον φανφαρολόγος,
ο Κρόολυ φοβερός, λαμπερός σόουμαν και κωμικός,
ο Όστιν-Οσμαν Σπάρε/Σπέαρ επικίνδυνος, χυδαίος, τρομακτικός, απαραίτητος
ο Ελιφά Λεβί παλαιομοδίτης, κουλτουρομπινές μα διαβασμένος.

10,000 καψόνια για το νου,
10,000 στόματα από αιθέρα για να θρέψεις,
10,000 κύκλοι από νεκρά περιστέρια,
10,000 φτερά από παγώνι κρεμασμένα στο ταβάνι
και μπολιασμένα με αίμα από γουρούνα που μόλις γέννησε.

Κάποτε έψαχνα για έναν μανδραγόρα.
"Υπάρχει", έλεγα!
"Και θα τον βρω".
Μικρός και αστείος, χαζός.
Ακόμα και το σκύλο μου επιστράτεψα δεμένο με κορδονάκι
άπαξ και τον έβρισκα τον Μανδραγόρα, να τον έστελνα σε αποστολή αυτοκτονίας.
Μετά απλά έπιασα γκόμενα.
Τι να τον κάνεις το Μανδραγόρα;
Η μισή του γοητεία είναι η Πράξη, η Κραυγή.

Είναι μισή σκλαβιά.
Το να κοιμίζεις το μωρό, το κοριτσάκι του αφέντη σου,
ενώ αυτός με τη γυναίκα του λείπει για δεξιώσεις,
νανουρίζοντάς το βελούδινα,
ενώ την ίδια στιγμή παραμελείς το δικό σου το σπλάχνο
να πεθαίνει στο σπίτι από πυρετό.

Αποφάσισα ότι αυτή τη περίοδο ξαναερωτεύομαι.
Πράγμα δύσκολο. Με φουρτούνες, από θάλασσες βότκας
και καταχρήσεων.
Αλλά θα δουλέψει.
Ανάμεσα σε όλα τα άλλα
ο άνθρωπος μερικές φορές
χρειάζεται την ψευδαίσθηση
ότι κάποιος θα πέθαινε για αυτόν
και ότι θα τον ταϊζει και θα τον ποτίζει
μέχρι το θάνατο.

Τη γουστάρω αυτή τη ψευδαίσθηση.
Ακόμα κι αν
δε θα πέθαινα
ούτε καν
για γονιό μου.



Δευτέρα 3 Μαΐου 2010

Καληνύχτα Βρωμόσκυλε 3;


Ο Παύλος, ο απόστολος, εμίλησε και τα έχωσε χοντρά: "Πάσα ψυχή εξουσίαις υπερέχουσαις υποτασσέσθω. Ου γαρ εστίν εηουσία ει μη υπό Θεού, αι δε ούσαι υπό Θεού τεταγμέναι εισίν ώστε ο αντιτασσόμενος τη εξουσία τη του Θεού διαταγή ανθέστηκεν, οι δε ανθεστηκότες εαυτοίς κρίμα λήψονται".

Πύρινος επιστολέας!

Ματωμένος στο γόνατο, ξυπνώντας το πρωί μετά από γερό μεθύσι, με το σεντόνι μου τίγκα στο αίμα, και ξεραμένο αίμα και στο πάτωμα επίσης- ο Παύλος, ο πύρινος επιστολέας προς τους Ρωμαίους στη συγκεκριμένη περίπτωση, μου σκουντάει τον ώμο, με δάχτυλα ζμπαραλιασμένα και τίγκα στη μαυρίλα, στο μαυρόχνουδο.

-Όλες οι εξουσίες είναι δοσμένες από το Θεό! Θα υπακούς στις εξουσίες! Αν όχι, είσαι δαχτυλοδεικτούμενος! Αντιδραστικός! Εν τέλει, ενάντια στις διδαχές του Κυρίου.

Υπέροχες Κυριακές, με παραισθήσεις για πρωινό.
Κυριακή ήτανε;
Ο απόστολος με κυνηγάει, με σούρνει αποπίσω ενώ τρίβω τα μάτια μου με δυσκολία και τρεκλίζω προς το κατουρητήριο. Συνεχίζει να μου τα ψέλνει ακόμα και κατά τη διάρκεια που αδιεάζω τις κατουροσακούλες μου, επίπονα και ζαλισμένα. Αναγκάζομαι να τον διακόψω.

-Εϊ, εϊ, εϊ. Ως εδώ.
-...και οι εχθροί του Κυρίου θα...
-Σκασμός. Σους. Αρκετά.

Τον πιάνω απ' τον γιακά και τότε το βλέμμα του γίνεται σαν παγιδευμένου ελαφιού, και το βουλώνει μέσα σε δεύτερα.

-Είσαι στο μυαλό μου. Δεν είσαι καλύτερος, σα να λέμε, από τους κοντούς καράφλες του lucid dreaming, το βράδυ. Πάρε πούλο πριν αναγκαστώ να σε διώξω μόνος μου. Ζαλίζομαι και δεν έχω καμία όρεξη.

Με σιωπηλή υποταγή και σύννεφα μετάνοιας, σπάνιο για τον Παύλο, έγινε αέρας μέσα σε δεύτερα. Με σιωπηλό μουγκάνισμα και χρυσούς αφρούς, συνηθισμένο για το πέος μου, τελείωσα το κάτουρο και αποφάσισα να ντυθώ. Αργά και σταθερά.

Η μέρα ήταν πορτοκαλιά και ασάλευτη, η ζωή είχε σταματήσει να κινείται και περίμενε υπομονετικά να κινηθεί κάποιο γρανάζι. Ο πειραματισμός μας χτύπαγε τη πόρτα, οι ασημένιοι μεταξοσκώληκες από συνήθειες-που-θα-έρχονταν άρχιζαν να σκίζουν το κουκούλι τους με νύχια ξένα, κλάνοντας μετάξι- και θαρρώ πως είδα φτερά μπουρδελιάρικα να σιγοβγαίνουν απ' το πρώην πανάλαφρο φυλάκιο του κτήνους, της βρωμιάς- μα δε κάθισα να το ψάξω παραπάνω.
Ο πειραματισμός μας χτύπαγε τη πόρτα.
Σήμερα θα κάναμε test drive στον γλυκάνισο. Καλό test drive. Αφορμή για κατανάλωση.

Είναι αστείος ο νους μερικών απο μας.
Βαπτίζουμε κατανάλωση οτιδήποτε φοβόμαστε να πούμε με το όνομά του:
Κατάχρηση.
Διότι κάποτε μας έμαθαν για μια πόρνη Βαβυλώνα, καβάλα στο έκτρωμα με τα πουτσοκέφαλα και τις κορώνες, που πετάει βλαστήμιες προς τον Κύριο- έχω αρκετούς γνωστούς λοιπόν που θα μπορούσε να καβαλήσει η κυρία Πόρνη.

Το μεσημέρι έλαμπε απογοητευμένο, σαν ασημένιο μετάλλιο σε λαιμό ονειροπόλο και φιλόδοξο. Ό,τι ξύλο υπήρχε στο πλακόστρωτο του ποταμιού είχε ποτίσει από ψες, αλλά αρνιόταν πεισματικά να ξεράσει το βροχονέρι. Η τιμωρία του να ανέχεσαι τα πάντα- και έλεγα, παγκάκια είμεθα, παγκάκια γίναμε; Ή σκέτα δοκάρια, σκοροφαγωμένες λιτανείες για παπατζήδες δράσεων και αντιδράσεων;
Ο ήλιος σουρνώτανε, έλιωνε μαζί μας. Δεν ήταν ο μήνας του. Κάθε μήνας έχει τη δικιά του σχέση με τον ήλιο και το φεγγάρι. Ο Δεκέμβρης είναι η ηλιακή ηρωίνη. Κάνει τον ήλιο πρεζάκια, και ταυτόχρονα κατουράει τις μελανιασμένες φλεβότρουπές του γελώντας. Υποφέρει ο ήλιος το Δεκέμβρη, αλλά γουστάρει. Το αυγουστιάτικο φεγγάρι, απ' την άλλη, καλοπερνάει. Κεραυνοβολεί ερωτευμένους και σκορπάει μούλικα, τρύπια στις συναισθηματικές τους γούνρες μπασταρδάκια, ή εκτοξεύει βέλη ασημένια σε οχτρούς, μαλωμένους, παρεξηγημένους, και γεννοβολάει το φόνο- και το γελάει, όταν το πορφυρό ποτάμι από στιγμιαία λάθη κυλάει περήφανα στο τσιμέντο.

Ο Κρόνος ο πούστης φταίει για όλα.
Ο Ολυμποφάγος!
Ο Καλοφαγάς!
Ο Μερακλής!

Εκείνο το απογοητευμένο μεσημέρι, πορμηθευτήκαμε τσίπουρα. Τίγκα στο γλυκάνισο. "Πειραματισμός" λέγαμε- τι πειραματισμός; Περισσότερο αφορμή για μάζωξη. Και κατανάλωση. Όχι. Κατάχρηση.
Ωραίοι, συμπαθητικοί νοματαίοι είμασταν. Ανώμαλοι μα απόλυτα ομαλοί για τις ζωές μας, χυδαίοι μα απόλυτα άγιοι για τις προθέσεις μας. Έστω, τις προθέσεις των περισσότερων από εμας.
Και το πάτωμα καιγόταν με κάθε γουλιά, και το ποτάμι βέλαζε δήθεν για να μας σαγηνεύσει αλλά στ'αρχίδια μας τα βελάσματα, και οι πάπιες έσκουζαν και χτύπαγαν δυνατά τα φτερά τους κάθε φορά που κάποιος από μας αφαιρούσε το εσωτερικό του στόμαχού του προς το μέρος τους, και οι φαμίλιες οι καλοντυμένες στραβομουτσούνιαζαν και έπαιρναν μακριά τα κούτσικά τους από το μέρος μας, οι δε πατεράδες, μεταμφιεσμένοι τραπεζίτες ακόμα και αν έκοβαν γύρο όλη μέρα, πολύ θα ήθελαν να μας ρίξουν στο δόξα πατρί.
Γιατί;
Ποτέ δεν έμαθα.

Μαστιζόμεθα από την αρρώστια του ψυχαναγκαστικά αλκοολικού. Ο ιός αυτός χτυπάει στο ψαχνό οποιαδήποτε ηλικία, μα κυρίως στρογγυλοκαθίζει τα καπούλια του τα ρημαγμένα στους φοιτητές. Σκατάνθρωποι, κουράδες με πόδια και χέρια και μεγάλα στόματα, πιερότοι με ξεσκισμένα κωλοβάρδουλα που ντρέπονται να κοιτάνε στο καθρέφτη, καταπιεσμένα κωλοτσάκαλα που τους έκοψαν το κρέας με το ζόρι και τρέφονται από σωληνάκια. Θυμάμαι ακόμα πριν κάποια χρόνια, μια γκόμενα που προσπαθούσε πάρα πολύ σκληρά να πείσει εκ των έσω κι εκ των έξω, ότι είναι ανέγγιχτη. Θαραλλέο ρεμάλι. Ανεξάρτητη. "Καμμένη". Ελεύθερη.
(ελεύθερη...)
Σουρνόταν μετά από 5 μπύρες στο πεζοδρόμιο, σε βαθμό παρεξηγήσεως. Γουργούριζε και χασκογέλαγε μαλακισμένα κάθε 4 δεύτερα, τα κόκκινα κοντά αγορέ μαλλιά της σκούπιζαν σκυλοκούραδα και πεταμένα κουτάκια ΝΤΕΠΟΝ, τα πολύχρωμα, επιμελημένα ατημέλητα ρούχα νεράιδας της, έμοιαζαν να υποφέρουν, να μην την αντέχουν ούτε αυτά, και να χάνονται σε ετοιμοθάνατα κίτρινα λαμπιόνια εκ των άνωθεν, που λες ότι αν είχαν μάτια και στόμα, θα την κοίταγαν με ντροπή και θα την έφτυναν, με χλεμπόνια, τάλαρα από σπίθες και χαμένη αξιοπρέπεια αιώνων.
Έχω μαζέψει ανθρώπους 45 και φεύγα απ' τον πεζόδρομο, πραγματικούς αλκοολικούς, και πολύ ωραίους τύπους, τελείως κομμάτια, επίσης πριν κάποια χρόνια. Ήταν περισσότερο χυδαίοι, περισσότερο μπρουτάλ, περισσότερο απ' όλα. Έχω επίσης δει και μέλη απ τη φαμίλια μου- έκφυλα, λιγομίλητα μα έκφυλα, χυδαία. Φίδια που αρνούνται να αλλάξουν δέρμα, μα με καλά αισθήματα όπως και να χει, τουλάχιστον όσο τους προμηθεύεις ούζο και δεν είσαι η γυναίκα τους.
Κανένας δεν ήθελε συνειδητά να γίνει ρεζίλι. Καθένας το χε ανάγκη. ΑΝΑΓΚΗ, μεγάλη λέξη, μεγάλος μπούσουλας. Από ένα στεγνό, άρρωστο στόμα, με μωβιασμένα ούλα και βγαλμένα δόντια, αυτή η λέξη χάνεται στον ορίζοντα αφήνοντας πίσω της μια ουρά από βρώμα, σκατίλα. Κουραδιασμένα μονοπάτια για χαμένους εξερευνητές. Ανάγκη. Πώς το λεγε ο μπαρμπα-Ουίλλιαμ Λη; "Το πρόσωπο του κακού είναι πάντα το πρόσωπο της ολικής ανάγκης".
Μου τσαμπουνάγανε για εσωτερικά προβλήματα. Για οικογενειακά τσιρτσιλιάσματα. Για αρνάβες μαύρους μες το σόι. Για μαλακίες. Για κόμπλεξ.

Και ποιος είναι ολόλευκος, σα σεντόνι στο Αιγαίο;
Σηκώστε χέρια να σας δω;
Ένας; Ε; Α, δύο;
Ωραία.

Ο ψυχαναγκαστικός αλκοολικός είναι ένα σκουπίδι. Ένα χαμίνι με ορθάνοιχτη κωλοτρυπίδα, βιασμένη από τους Χάλκινους Ιππότες της ίδιας του της Αξιοπρέπειας. Η Αξιοπρέπεια δε συγχωρεί. Η Αξιοπρέπεια δεν είναι κιμωλιοκουτσουλιές σε μαυροπίνακα οικογενειακής συνάθροισης. Η Αξιοπρέπεια δεν ανήκει στον καθένα. Η Αξιοπρέπεια ανήκει τόσο στον οικογενειάρχη τον ατσαλάκωτο, όσο και στον ηρωινομανή που δε σκοτώνει τίποτε άλλο πέραν από την ίδια του την καρδιά και τα μάτια εντόμου του. Ο ψυχαναγκαστικός αλκοολικός περνάει σε χωράφια που ποτέ δε θα καταλάβει, και που δε θα τονε συγχωρέσουν ποτέ. Ο ψυχαναγκαστικός αλκοολικός συνήθως έχει το μέλλον στρωμένο μπρος του με γαρούφαλα. "Θέλω να ζήσω επικίνδυνα". Ναι, οι 5 μπύρες είναι ένας κίνδυνος. "Δε με νοιάζει το αύριο, νταξ;;;". Ναι, αν είχα κι εγώ στρωμένη δουλειά απ' τα 15 λόγω φαμίλιας, ούτε μένα θα με ένοιαζε.

Σιωπηλή καφετέρια, μαύρο βράδυ, παρέα πιωμένη, και ένα παράσιτο ενδιάμεσο.
Μεταξύ σοβαρού και αστείου, φώναζα: "Να ναι καλά ο Κοκορίκος! Πατρική φιγούρα στο πιοτό".

Ο Κοκορίκος κάποτε, παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, πήγε στο γιατρό πειδή είχε γαμηθεί στους πόνους. Ο γιατρός τον ξόρκισε να μη πιει πάλι, να το μειώσει. Με το που βγήκε απ' το γιατρό, έγινε σκνίπα.
Μαλάκας. Απαίσιος. Παπάρας.
Φίλος.

Μες απ το σκοτάδι, ένα πολύχρωμο μαλλί και τρία-τέσσερα μαλακισμένα λόγια, καρφωθήκανε σα μαχαίρι ζηλιάρη, απατημένου εραστή, στο μπράτσο μας:

-Ε αν έχεις να πεις αυτό ρε Ηλία για τον Κοκορίκο, τι έχεις να πεις για μένα δηλαδή;

Σιωπή άβολη. Ανέραστη. Ανεπιτήδευτη.

-Εεεε...
-Ναι;
-Έχεις...εεεε...κόκκινα μαλλιά...; Ε Κοκορίκο;
-Ναι...εεεε....και...και....πολύχρωμα ρούχα....εεε, και...και...;
-Και...και....

Το βράδυ μας βρήκε σε σπίτι φίλου. Όλους. Και ακόμα πίνοντας.
Μια στραβομούτσουνη, μελαχρινή οχιά, κανείς δεν ήξερε το όνομά της καν, είχε έρθει σπίτι. Κοπανάγαμε χαρτιά στο χαλί με το Κοκορίκο, και προσπαθούσαμε να κάνουμε προσθέσεις. Να νικήσει το ένα βρωμόσκυλο το άλλο. Το δωμάτιο έμοιαζε να χει ραμμένο στόμα. Το δωμάτιο έμοιαζε, εκείνο το βράδυ, να πεθαίνει κάθε 10 λεπτά. Και κάθε φορά που πέθαινε, να έχει ολική αμνησία- να ξαναγεννάται, τρόπος του λέγειν, στο ίδιο σώμα. Άρα, κάθε φορά, είχε διαφορετικό χαρακτήρα.
Παρανοϊκο. Να περιστρέφεται γύρω απ' τον εαυτό του συνεχώς.
Άγιο. Να ηρεμεί και να καλεί κοτσύφια να μας τραγουδούν και να μας γαληνεύουν.
Σκατόψυχο. Να μας δείχνει μέσω μικρολεπτομερειών και μικροσυζητήσεων, τις αδυναμίες μας.
Ουδέτερο. Να κουτσομπολεύει μαζί μας και να δείχνει αδιάφορο για όλα.

Η αντίληψη τρεμόπαιζε σα κερί, σαν ανάσα ετοιμοθάνατου. Σα τη βροχή τη σιγανή, χύνονταν οι τελευταίες υπόννοιες για ουτιδανότητα. Με το Κοκορίκο ρίχναμε χαρτιά, αλλά δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Ρίχναμε για να ρίχνουμε. Το χαλί κοκκίνιζε και μαύριζε, και οι ρηγάδες μας γάμαγαν τις μάνες, είμαι σίγουρος, σε μια εναλλακτική πραγματικότητα, σπέρνοντας σπέρματα μπάσταρδα, αλλοτινά μας αδέρφια.
Η τύπισσα ήταν ήδη μέσα στη κουζίνα. Γράπωνε δυο πέη ταυτόχρονα, άφηνε μια σιχαμένη γραμμή από σάλια και σπασμένες υποσχέσεις στο διάβα της. Ένας υπετροφικός σαλίγκαρος με τη κλειτορίδα από τσίγκο να χαράζει το πάτωμα κάθε δεύτερο που περνούσε, πυροβολώντας εξ επαφής πάσης φύσεως νιρβάνες. Και με τη περίοδό της να γεμίζει σημάδια κόκκινα όλο το χώρο, λες και σκοτώσαμε ελάφι μέσα στο σαλόνι και τη κουζίνα και αποσύραμε το πτώμα του με συνοπτικές διαδικασίες.
Και ρίχναμε χαρτιά, ρίχναμε, ρίχναμε.

Βγαίνοντας έξω. Η τύπισσα ήθελε συνοδεία για να πάει σπίτι της.
Βγαίνοντας έξω. Προθημοποιήθηκα να την πάω γω. Ήθελα οξυγόνο.
Βγαίνοντας έξω. Η πόλη είχε αλλάξει. Δε τη γνώριζα πλέον. Καθόλου.

Τα φώτα χτύπαγαν έντονα. Εξωπραγματικά.
Τρίπαρα ασύστολα.
Ήμουν στη Νέα Υόρκη, στο Άμστερνταμ,
σε κάποια μελλοντική πολιτεία του 3015 μετά από 5ο Παγκόσμιο πόλεμο.
Ρημαγμένη, εξωγήινη. Έρημη.
Τα φώτα έμοιαζαν να βγαίνουν απ το σώμα μεταλλαγμένων νταβατζήδων
που μου έκλειναν το μάτι, το ένα που είχαν, στο λιπόσαρκο, μεταλλαγμένο σώμα τους,
και με καλούσαν να σνιφάρω σκόνη από προσφάτως καμμένα πτώματα
"Η μαστούρα της ζωής σου!"
Οι αλάνες είχαν μόνο φώτα, μόνο υποθέσεις,
του τι κρύβεται, του τι υπάρχει
Μια περιπέτεια!
Μια αναγνώριση χώρου εκ νέου, ένα ταξίδι!
Ένα ταξίδι στο κέντρο, στο ΚΕΝΤΡΟ ακριβώς της νυχτιάς,
τι κρύβεται! Τι; Θεέ μου!
Η ζάλη, το ιερό της μαστούρας, η ανεξαρτησία πνεύματος και σώματος!
Είσαι άνθρωπος;
Αυτή είναι η ανθρωπότητα!
Αχαρτογράφητα νησιά από άσφαλτο!
Κατοικημένα από φιγούρες από ζελέ, να τρέμουνε με τον αέρα, δίχως μάτια και στόμα
και μύτη και αυτιά και χέρια
και πόδια και πούτσες
και κώλο και αφαλό.
Δίχως αφαλό!
Μια πολιτεία, πολλές μάλλον μικροσκοπικές πολιτείες ανοίγονταν διάπλατα
και είχαν δικούς τους αγίους!

Τον Άγιο Σπινθήρα!
Προστάτη της οικουμένης όλης!
Τον Άγιο Γραψαρχίδη!
Προστάτη της Ελεύθερης Βούλησης!
Την Αγία Οτινάναι!
Μάρτυρας στον αγώνα της Δράσεως και Αντιδράσεως!

Μια πυραμίδα με μάτια, σα παγώνια σε παρτούζα
και στο κέντρο;
Ο ΑΓΙΟΣ ΕΚΕΙΝΟΣ!
και ο γιος του,
Ο ΑΠΑΥΤΟΣ
μεγάλη η χάρη του!

Τεντώνανε δάχτυλα και σκοτώνανε περαστικούς
για τη πλάκα τους
σα να τανε μυρμήγκια τεμπέλικα
ύαινες που δε χαχάνιζαν πλέον.
Μέγα αμάρτημα.

Ανακάλυψα τις νησίδες αυτές μία-μία.
Και πήγα τη χαμούρα σπίτι της,
στη σιχαμένη σφηγκοφωλιά της από πύον.
Επέστρεψα σπίτι.
Όλα έμοιαζαν τέλεια συγκεκριμένα.
Μίλησα στο Κοκορίκο
του κλαψούρισα
με κατάλαβε
και συνεχίσαμε
να ρίχνουμε τραπουλόχαρτα
σε ένα πάτωμα
που πλέον
φάνταζε στεγνό
και φιλόξενο

Σαν ανάσα
ετοιμοθάνατου.

Τετάρτη 28 Απριλίου 2010

Καληνύχτα


Θα μαι απόλυτα ειλικρινής.
Σκατίλα είχαμε πριν.
Σκατίλα και μετά.
Βενζίνα, σαν αυτή που ξερνάω.

Δε ξέρω. Αλήθεια.
Δε ξέρω σε αυτές τις φάσεις.
Μια οθόνη, κάτι πλήκτρα.
Και προσπάθειες.
Να γράψεις.

Απλά.
Κάποτε.
Είχε βροχή.
Και προσπαθούσα
ενώ τριγύρω λέγανε περί
"μαλακίας"
να κάνω κάτι
να κάνω.
Και ποτέ
ενώ λέγανε για φλόγες
ποτέ δεν ήρθε
η βρόχα
τα ψίχαλα.

Μαλάκες.

Πόσες φορές
ήτανε το εγώ
το αυτό
το γαμώτο.
Δε ξέρω καν.
Άλλος ήλιος.
Πρεζάκιας ήλιος.
Περίεργος.
Σε χτυπάει στα μάτια
μόνο στα μάτια
και σκατά
τυφλώνεσαι.
Μπροστά απ τα νερά
απ το ποτάμι
καμία επιφύλαξη
καμιά κλειδαριά.
Ως εκεί.

Αύριο ίσως
και λέω ίσως
επαναπροσδιωρήσω.
Ανορθόγραφα.
Αλλά ως τότε
απλά

Τόσες βότκες
μια χαρά.
Μια ευγένεια.

Πωπωπω,
πω-πω-πω,

καληνύχτα.

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Σκηνη2 (Μερος του Βρωμοσκυλου)


Η πρώτη ανάμνηση που χω απ τη θητεία μου σε αυτή τη κωλοτρυπίδα: μια θολούρα.
Το παλιό σπιτικό στην πόλη. Η κουζίνα στροβιλίζεται και χάνεται, σα παλιά φωτογραφία που σιγοκαίει στο τζάκι, ανεπιθύμητη μέσα στην πολυτέλεια της κατοχής της. Πίσω μου, τρεμάμενες φιγούρες οι γονείς μου, περισσότερο σα φωνές. Μα δε με ενδιαφέρουν. Διότι τότε ήταν η στιγμή μου. Η στιγμή που τελέστηκε το μοναδικό, ανυπέρβλητο, μεγαλειώδες, η μόνη προσωπική επιτυχία για την οποία θα'χω να παινεύομαι μέχρι να με κολατσάρουν οι σκώληκες.
Περπάτησα για πρώτη φορά στη ζωή μου.

Και ήταν τόση η περηφάνεια μου, που παραμένει ακόμα πυρκαγιά-καταστροφέας, πυροτέχνημα που σκάει στα μαύρα πανιά κει απάνω, και ρημάζει τα σύννεφα ξανά και ξανά και ξανά, μέχρι σήμερα, ναι.
"Μάθε στο παιδί σου να αγαπάει".
Όχι. Θα μάθεις στο παιδί σου να περπατάει.
Αλήθεια, μπορεί κανείς να φανταστεί ανώτερη επίδειξη δύναμης, μπορεί κανείς να επιχειρηματολογήσει για το πώς να κατασκευασθεί με διαφορετικό τρόπο ο Νέρωνας που τόσο αποζητάμε, από τα γεννοφάσκια κιόλας, όχι, από τη στιγμή που κάποιος πρόγονος δικός μας βγήκε από μια μήτρα, και μεις δεν είμασταν ούτε καν ιδέα στο πουθενά;

Από αυτή την αγία, υπέρλαμπρη στιγμή, η μνήμη μας παίζει κομπολόγι, κομπολόγι με ξεσκισμένα πτώματα, άτριχα κωλαράκια που κοπανάνε ένα ένα σε τριχωτές παλάμες του Θείου. Του θείου. Διχοτομείσαι με όλα αυτά τα οποία δε θυμάσαι και ίσως ποτέ δε θα μάθεις. Όχι να ακουστώ απαισιόδοξος βέβαια. Αυτός ο λέπουρας έμαθε πλέον να συμβιβάζεται με όσους ζουν μέσα στο σώμα του και που ξυπνάνε τη συντριπτική πλειοψηφία των βραδιών που ο ίδιος ώθησε να κάνουν χαρακίρι μπρος από τη μπαλκονόπορτά του. Χάρχαλος δρόμος πάντως, ακόμα κι αν αποφασίσεις να τους ξορκίσεις κοιτώντας ζαλισμένα, λίγο πριν γίνει η επαφή με την εξωσωματική αυτή εμπειρία, πριν σου γαργαλήσει ο Λεγεών το αυτί παιχνιδιάρικα, το βάθος του μπαλκονιού σου και φανταστείς πως ένα γερό ΚΡΑΚ από γλωσσόφιλο τσιμέντου και κρανίου θα είναι αρκετά δυνατό χάπι για τη κρίση ταυτότητας που αλμυρογλείφεται στη χόβολη κι απόψε. Χάρχαλος δρόμος, μα εντυπωσιάζει η ευκολία με την οποία μπορείς να δεις πως, ενώ δε μπορείς να τελέσεις μερικές βασικές λειτουργίες πλέον, ή δε σε νοιάζει να τις τελέσεις, μπορείς ακόμα να παινευτείς πως έχεις κλαπανέλια, κλαπανέλιων, ω κλαπανέλια, και για λίγες στιγμές, ω ναι, να αδιαφορήσεις και για αυτό το σακούλι από φλέβες που χτυπάει, ψιθυρίζει δειλά στο αριστερό σου βυζί κοντά, ακόμα και για αυτό. Η μόνη λοιπόν παρέκκληση από την αγία, την τόσο περίφημη αυτή αποστολή, που κάποιος μας έφτυσε στο κούτελο και η χλέπα ξεράθηκε πλέον, η ανάγκη να βυζάνεις τόσο πολύ τις ρώγες της Ζωής μέχρι αυτές να στερέψουν και για τους άλλους- ρυπιασμένα σακούλια από πετσιά ξεσκισμένα, κρυμμένα πίσω από πολύχρωμες φορεσιές και μακιγιαρισμένες θέσεις, πορτοφόλια, τα πορτοφόλια τους. Μωρέ φέρτα μου τα πορτοφόλια τους, πώς τα ποθώ μέρα με τη μέρα, όχι από ανάγκη, μα από την περίτεχνη ευγένεια του "γαμώτο!", και στα κάνω γω τα εσωτερικά τους δηλητηρίαση, ζαλούρα, αναρρόφηση και στο τέλος, bye bye motherfuckers, στα πρότυπα σκληροτράχηλου εκδικητή-εκτελεστή ξιπασμένης αμερικάνικης ταινίας.

Στο χιόνι, όλοι μοιάζουν να ηρεμούν πάντως. Όλοι μας. Λες και το φως του ήλιου που σκάει πάνω του μοναρχικά και απόλυτα, τυφλώνοντάς μας, λειτουργεί σα καθρέφτης, αντανάκλαση των χειρότερων αυτών στοιχείων που κλειδαμπαρώνουμε συνειδητά στα πιο σκονισμένα κρασοκέλαρα των ψυχών μας. Ιδού η ψυχή, απόστολε Παύλο: Στη φτύνουμε στη γενειάδα όπως έκανε και ο κυριούλης σου. Και κρεμάμενη από τις μουσότριχες/πουτσότριχες της μισής από την πίστη σου, η ροχάλα αποκτά ζωή! Και ονομάζεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ! Και ζει, μέχρι να σκάσει στο πεζοδρόμιο! Όπου εκεί φτιάνει λίμνες. Γίνεται λίμνες. Μέχρι που ο ήλιος την καταπίνει, την σβήνει σα γομολάστιχα. ΠΑφ! τέρμα ο άνθρωπος! Οι βρωμούσες που και που στήνουνε μνημόσυνα στη ξεράμενη, βρώμικη κοιλίδα που είναι πλέον η θύμησή του, η ανάμνησή του, πάντως.
Τι άλλο θέτε;

Όλα ηρεμούν, όλα στο χιόνι ηρεμούν όλα. Τις χιονισμένες βραδιές, ο καθείς απο μας μοιάζει να περιπλανιέται άσκοπα, απ τη μέση του ορίζοντα ως τα άκρα. Ασχέτως του τι έχει "σκοπό" να κάνει. Ασχέτως του προορισμού του. Όλοι καταλήγουμε στην ίδια όμορφη, ατέρμονη σπείρα, ασυνείδητα φτιάχνουμε με τα βήματά μας σύμβολα παλαιότερα του πολιτισμού μας, πιο άγρια, χυδαία και ειλικρινή από το σαρδελοκούτι απ' το τσιμέντο, το αρουραιοτσαρδί, την κουραδοξώβεργα που δεν δεχόμαστε, ή δεχόμαστε, ότι πλέον το έχουμε ερωτευτεί ασύστολα, μισώντας τους εαυτούς μας γι'αυτό- όχι.

Τις βραδιές με το χιόνι, μέσα στο ασπρόμαυρο, περπατάμε και ψάχνουμε ένα φως στην άκρη της νυχτιάς. Την καρδιά της νυχτιάς της ίδιας, κόκκινη και ζουμερή. Για να δαγκώσουμε ο καθείς ξεχωριστά, ένα κομματάκι απ την aorta και μετά το χιόνι να καλέσει και τα σπίτια, και εμάς, ναι, και τους άλλους, και το ποτάμι, και τα αμάξια και την μη συγκεκριμένη αίσθηση απειλής, που φοράει ο δρόμος, το μονοπάτι, σα φτηνό άρωμα μπουρδελιάρικο. Βρώμικο.

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Σκηνή1 (Μέρος του Βρωμόσκυλου)


-Επί του θέματος...επί του θέματος κύριοι...

Ο Χ προσπαθούσε απελπισμένα να βάλει σε μια τάξη τα μπερδεμένα, άναρχα λόγια που έβρισκαν το δρόμο τους μέσα από μουλιασμένες από τσίπουρα και βότκα σκέψεις, απ' το μεσημέρι. Και ήταν μόλις 1 το πρωί.

-Επί του θέματος, έχω να ομολογήσω πως, αν μου επιτρέπετε κιόλας...αν μου επιτρέπετε, ίσως δηλαδή αν το κάνετε, διότι, διότι πιστέψτε αυτόν τον καριόλη, γνωρίζει την έμφυτη αντιπάθεια...αντιπάθεια...δυσανασχέτηση που νιώθουμε ομαδικώς για το μελό και το...γενικότερα, ο,τι κλωτσάει προς ανούσιες τροχιές το νου. Αν μου επιτρέπετε λοιπόν...ή καλύτερα, να πάρω εγώ το θάρρος, το θράσος ίσως, και να συνεχίσω, μου επιτρέπετε δε μου επιτρέπετε...

Ωραίος τύπος ο Χ. Έπινε σπανίως, κι αυτό τον αποσυντόνιζε, αλλά φρόντιζε να κρατάει ακόμα και στις μεγάλες σούρλες του, αυτή την απίστευτα εθιστική προσωπικότητα, τα μικροστοιχεία των ματιών και του τρόπου φτυσίματος των λέξεων, που σε έπειθε ότι ήταν ο εξυπνότερος άνθρωπος του κόσμου. Και ήταν, με όλη την ειλικρίνεια που θα μπορούσε κανείς να επιστρατέψει σε παρόμοιες περιστάσεις.

-Η έννοια της θρησκείας είναι η μαστούρα...η μαστούρα, το φευγιό, το χρυσό στη σπείρα, με νιώθετε...ή καλύτερα, της πίστης...πώς ήπιε ο Σίβα, ο Σίβα αν θυμάστε... πώς ήπιε τη θάλασσα ολόκληρη με τα δηλητήρια...και έγινε μπλε ο λαιμός του...μπλε... αλλά στον Σίβα μετά δώσανε το φεγγάρι...

Σταμάτησε να μιλάει για λίγο, σχεδόν μελαγχολικά. Μάλλον ήμουν ο μόνος που τον πρόσεχε. Ή που προσπαθούσε να τον προσέξει ουσιαστικά, μιας και οι λιγοστοί ψίχαλοι που μας έφτυνε ο ουρανός, χτυπούσαν σαν σφυριά τα βαριά, πονεμένα κούτελα των υπόλοιπων λιπόψυχων, κουρασμένων προσώπων, βιδωμένα σε σώματα καλών μας, πιστών συντρόφων, κάνοντάς τους ημι-ανίκανους να δώσουν βάση στον χείμαρρο του Χ.

-Θα ήθελα από περιέργεια, λέγω, από περιέργεια, να ζήσω, ή μάλλον όχι, με συγχωρείτε...από περιέργεια να δω αν θα καταφέρω να βγάλω τα 40...ξέρετε...αν τύχει, ας πούμε...έτσι...πώς θα είναι άραγε το φεγγάρι τότε...;

Σπανίως ο Χ χρησιμοποιούσε ποιητικοφανείς εκφράσεις μιλώντας. Είχε αφήσει εδώ και χρόνια τη καύλα της ζωής για έναν απόλυτα γκρίζο, μα θεραπευτικό, και σε σημεία, ανώτερο οποιασδήποτε αισιόδοξης μαλακιουλίτσας κυνισμό, που ταυτόχρονα δεν τον απέτρεπε απ' το να γελάσει και να ακουστεί από δω ως την άκρη της νυχτιάς. Ο ουρανός δεν τον χωρούσε, και πλέον αποζητούσε μια ζεστή φωλιά κάτω από το πεζοδρόμιο, όταν ερχόταν εκείνη η ώρα. Μπορούσα να δω πόσο πολύ του έλειπε η 'ζα. Πόσο θα γούσταρε να κυλιστεί άλλη μια φορά τα τελευταία χρόνια, πόσο θα ήθελε να μπει πάλι στην απέραντη μήτρα και να μείνει εκεί, ζεστός, χωρίς να νοιάζεται για κανέναν. Όλα αυτά, ενώ όλοι μας, μεταξύ μας, και μπρος του προφανώς, ψιθυρίζαμε και ενίοτε γκαρίζαμε για την ειρωνία του ότι, ο Χ είχε περισσότερες προοπτικές πλέον, μπροστά στη μούρη μας και τη δικιά του, να μείνει στο τόπο ανα πάσα στιγμή από κουτάκια κόκκινα που πωλούνται στα περίπτερα, παρά από τα καλοακονισμένα νύχια της βρωμερής, ξετσίπωτης ερωμένης του των τόσων χρόνων.

Η νυχτιά έμοιαζε ακόμα αδειανή, και γεμάτη υποσχέσεις. Από τους υπόλοιπους, ο Κ αποφάσισε ότι δε θα έμενε άλλο στο κέντρο αυτού του υπέροχου τίποτα.

-Να πάτε να γαμηθείτε, φώναξε μεταξύ σοβαρού και αστείου, παραπατώντας στο πλακόστρωτο. Να πάτε να γαμηθείτε, σας σιχαίνομαι. Εσάς και τις βαρυσήμαντες μαλακίες σας. Βαρέθηκα πια. Σα πολλά μας τα είπατε.
-Πόσες ανασφάλειες κουβαλάς μέσα στο σκατοσάκουλό σου και φωνάζεις συνέχεια;

Έπρεπε να ρωτήσω, ακόμα κι αν ήξερα ότι το μόνο που θα βγαινε, θα'ταν μια παραπάνω αφορμή για φωνές, οχλαγωγίες. Πράματα που σιχαίνομαι. Τα μάτια του Κ άστραψαν μεθυσμένα, και μέσα τους αντί για κόρες, έβλεπα πια μόνο την μινιμαλιστική, πύρινη όρεξη για πόλεμο. Την αντρίκια, αν και απίστευτα άβολη και άκομψη, σπίθα, που χρειάζεται, μόνο αυτή, όχι άλλη, για να καεί η Ρώμη όλη σε μια μέρα. Και πάντα το ζήλευα αυτό στον Κ, μιας και ποτέ μου με τα μάτια δεν έχω κάψει ούτε πευκοβελόνι.

-Σκάσε ρε μαλάκα! Σκάσε! Τι κερδίζεις ρε μαλάκα εδώ...εννοώ...εδώ ρε φίλε! Τι; Ε; Τόσες ώρες; Πώς; Γιατί; Τι σε κόφτει σένα αν το ποτάμι πάει αριστερά και αν, και αν, και αν ο ουρανός έχει μπαμπάκια αντί για σύννεφα, και αν μια φορά γαμιέται η παππαδιά και παράτα μας ρε μαλάκα!
-Με ενδιαφέρει ό,τι θα θελα να με ενδιαφέρει...και δε ξέρω κατά πόσον με ενδιαφέρει τίποτα

Προσπαθούσα να βγάλω κι εγώ νόημα, μα δεν ήμουν σε καλύτερη κατάσταση απ' όλους τους υπόλοιπους.

-Θέλω απλά, ξέρω γω...άστο.

Ο Κ αυτό το πήρε σαν έναρξη εχθροπραξιών. Θα ορκιζόμουνα ότι άκουσα αστέρια να σκάνε στο πάτωμα, όταν άνοιξε το στόμα του για να μου μιλήσει.

-Είσαι...είσαι...δε ξέρω...ρε,θα...

Και έπαυσε απότομα. Γαλήνεψε σχεδόν ψυχαναγκαστικά μεν, αλλά ειλικρινέστατα και με τσαγανό, δε. Σα να κατάλαβε τελευταία στιγμή ότι, αν εκείνη τη στιγμή, μου έβγαζε στη φόρα ό,τι είχε να βγάλει, την επόμενη μέρα, από περηφάνεια και μόνο, δε θα μου ξαναπέταγε το μπαλάκι του λόγου. Συνειδητοποίηση που με έκανε να αισθάνομαι καλά, όσο λεχρίτικο και αν ακούγεται αυτό.
Μείναμε όλοι σιωπηλοί για λίγο. Ο έταιρος της παρέας, ο Γ, σηκώθηκε από το παγκάκι ήρεμα, μετρημένα, άναψε ένα τσιγάρο, και κοίταξε τριγύρω.

-Θέλω να γαμήσω.

Α! Να και μια ωραία φράση επιτέλους, γι'απόψε!
Λες και το είχαμε όλοι ανάγκη, βαθύτερα και απ τον πιο λαμπερό χρυσό, αρχίσαμε να μιλάμε για γυναίκες. Πρόστυχα, σαν λιμενεργάτες. Όσο πρόστυχα θα μίλαγαν και οι γυναίκες, μαζεμένες σε παρέα, για τους άντρες. Μπρος μας, αέρινες μορφές κατασκευάζονταν απ' το μηδέν της φαντασίας μας, γίνονταν ένα με τις αναθυμιάσεις βότκας που απλώνονταν απ' τους πόρους μας απ' τη μια γωνία του ποταμιού ως την άλλη, σε σημεία σχεδόν μας σαγήνευαν και μας υπνώτιζαν, μέσα στη σούρα μας. Αρκούσε μια κουβέντα του Κ, να μας επαναφέρει στη τάξη.

-Βρήκα...βρήκα ακόμα 2 ευρώ στη τσέπη μου! Βρήκα 2 ευρώ στη τσέπη μου!
-Έχω άλλα δύο, αποκρίθηκα ζαλισμένα.
-Πάμε...πάμε να αγοράσουμε κάτι που πίνεται.
-Με 4 ευρώ; τι; Υγρό για ζίπο;
-Δε ξέρω. Κάτι.
-Δυο μπύρες.
-Είμαστε 4.

Ο Χ σύρθηκε απαλά προς το τέλος της στροφής, και ψέλισσε το ότι θα προτιμούσε να πάει σπίτι. Δεν έπινε συχνά και ήταν στο καλύτερο της υπόθεσης για απόψε, από μια σκοπιά.

-Τώρα είμαστε 3.
-Ναι αλλά όχι 2.
-Θα τις μοιραστούμε.
-Ναι.
-Ας τις μοιραστούμε.
-Ναι.
-2 μπύρες.
-Ναι.

Κρυμμένες μέρες και κρυμμένες νύχτες, περίμεναν πίσω από τα παλιά κτήρια εκείνης της γειτονιάς, ένα νεύμα μας, για να μας φανερωθούν και να μας αγκαλιάσουν με την αγάπη κωλόγριας που έχει να δει τα' γγόνια της απ' την Αμερική για 30 χρόνια. Αντί για αποδοχή και κατανόηση, τους χαρίσαμε άκρες κωλοδάχτυλων και φτυσιές στο πλακόστρωτο, περπατώντας άτσαλα, μπουνταλάδικα προς τη πλατεία.
Εκεί που όλος ο κόσμος ήταν τέλειος, υπέροχος, λαμπερός, και μεις οι τρεις απαράδεκτοι, βρώμικοι, χυδαίοι. Για μια ακόμα φορά.

Τετάρτη 21 Απριλίου 2010

Ημερωμένα λόγια 17


Πρωινό ξύπνημα, πρωινό κεφάλι. Ανάγκη για περισσότερο ύπνο, για περισσότερα όνειρα. Μας αξίζει, σα ράτσα;
Μπουρμπουλήθρες στη λεκάνη και στο νιπτήρα, σταγόνες απ' τις τρίχες στη μούρη να στάζουν, τα κατουροσακούλια να πονάνε σα διάολοι και το κάτουρο να αφήνει αφρούς, οι τρίχες στο σαγόνι και στα μάγουλα να μπλέκονται και να πονάνε.
Να στρίψεις τσιγάρο; Βαριέσαι; Όχι. Απλά πονάει όλο σου το σώμα και το στήθος. Τα πλεμόνια. Μάλιστα.
Στρίβεις μετά.
Ωραίο πρωινό.

Στη Πρώτη είμαστε πολύ όμορφα. Χωριό κοντά στη Φλώρινα κατοικημένο πλέον μόνο από γερόντια με γελάδια/πρόβατα και κάποιους 30άρηδες-40αρηδες το πολύ. Πρασινάδες παντού, αλλά οι άνεμοι κατηφορίζουν τσουτσουνοτραγανίστρες. Δε γαμιέται.

Όξω έχουν βγάλει τα γελάδια να βοσκάνε. Όσοι δεν έχουν ξαναδεί γελάδια εκστασιάζονται. Οι υπόλοιποι κοιτάμε με χαρά. Οι γελάδες είναι χοντρές και άτσαλες και μαλακισμένες. Αρκεί να δεις πώς τρίβουνε τη μούρη τους στα γρασίδια. Τίποτα. Μηδέν.

Τις προσπερνάμε και πάμε στο ποτάμι. Στη ζούγκλα. Στα χορτάρια ως τον αφαλό. Ωραία. Αν εξαιρέσεις την αφηρημένη φοβία για σαϊτες. Κωλοφίδια. Γω και ο Ιντιάνα Τζόουνς. Κλασιμεντέν.
Και τα τσιγάρα ωραία. Παχιά. Γεμάτα.
Υποσχέσεις. Και χαλασμένες ευκαιρίες.

Χάνομαι πιο χάμου, στο εργαστήρι.
Σχεδιάζω κάτι κρανία γελάδων, αλλά ανάποδα.
Τριπίλα.
Και σε κουτάκια, προσχέδια.
Λεπτομέρειες σα να λέμε.
Και οι καριόλες,
όσο βλαμμένες και να'ναι,
στο κρανίο τους έχουν γαλαξίες ολόκληρους.
Τοπία.
Κάθε γελάδας κρανίο έχει μέσα του
ένα τοπίο,
μια χώρα. Μια ήπειρο.
Εύγε.

Πάλι έξω.
Πάλι στο τετράτροχο βεεμώτ.
Πάμε στη πόλη.
Παπάρια Φλώρινα.

Συνέχεια.
Ο καναπές καίει.
Οι ματιές είναι νεκρές.
Απ' το πρωί.
Και μέχρι το βράδυ
απλά λες
"άλλη μια μέρα"
"ε;"
με τσιγάρα δερβίσηδες
και τη χαμένη ευκαιρία
να δεις
και να κάμεις
και να παρουσιάσεις.

Πα-πα-πα-πα
Γιαχβέ φυλάξει!

το βράδυ στο μπαράκι το γνωστό
η καρέκλα κόκκινη σκούρα
η ίδια,
στην οποία αμολάω κλανιές
εδώ και αιώνες.
Το αφεντικό εκεί
να έρθει να μιλήσει
ωραίος τύπος
αλλά κάθε φορά
λιώμα και οι δύο,
απλά λέμε ο ένας στον άλλο,

-Χμμμ, καλός κόσμος σήμερα για καθημερινή,ε;
-Καθημερινές είναι για να καλοπεράσεις, Σάββατο βγαίνει όλη η μαλακία.
-Χμφ.
-Ναι. Καθημερινές. Σάββατα και Παρασκευές παίζουμε κάτι μαλακίες.
-Καλά πάει το μαγαζί;
-Καλά μωρέ. Κόσμος πολλής Σάββατο και Παρασκευή.
-Ε ναι.
-Ναι. Τότε έιναι.

Με κερνάει και αλκόλια.
Ωραίος.

Γνωστές και μη γνωστές μάπες τριγύρω,
μα δε με νοιάζει.
Στο μπάνιο όλα είναι μπλε
σκούρα σχεδόν
αλλά με τη διαφορά
ότι η μπλε σκουριά της λάμπας
δω πέρα παραδίδεται ελεύθερα, πολιτισμένα,
στο τεχνοκρατικό γαλάζιο της ατμόσφαιρας.

Όπως και να χει,
μες το μπλε,
αμολάω ό,τι πορτοκαλί έχω μέσα απ' το πουλί μου
Και όποιος/όποια κάνει το λάθος να ανοίξει τη πόρτα απότομα
ενώ κατουράω
θα έρθει αντιμέτωπος με το
σκυθρωπό, ντροπαλό μου
κρεάτινο μέθυσο ανάμεσα απ' τα πόδια μου
Καλή τύχη.

Παπάρια.
Τα φώτα λιγοστεύουν στα μάτια μου.
Οι ώρες περάσαν.
Παλιά έτρωγα αϋπνίες για βδομάδα και πάνω
πλέον απλά είναι όλα γαμάτα.
ύπνος πολυτελείας.
Παπάρια. Πούλο.

Το ποτάμι δίπλα μου
απαιτεί να του δώσω σημασία,
τα σκυλιά απέναντι
διασκεδάζουν να με κατακρίνουν με κραυγές,
οι λάμπες από πάνω
φωτίζουν σαν ανακριτές,
τα πλακάκια από χάμου,
ζορίζονται σαν αρσιβαρίστες.

Να'στε καλά όλα εσείς
Που μπορώ ακόμα
να σας πληκτρολογώ
και να σας θυμάμαι.

Το ζερό αυτό σας θυμάται.
Όπου να'ναι, αν συνεχιστούν οι πόνοι
ίσως όχι.
Καλή τύχη μωρέ.