Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2009

Όνειρο ξανά

Yπήρχε κάτι σαν, ας πούμε, "νέο παιχνίδι". Ή άθλημα; Ή "χόμπυ"; Δεν ξέρω. Οι κανόνες ήταν απλοί- επιλέγεις ένα νυστέρι, ή ανοιχτήρι, ή κάτι που έμοιαζε και στα δύο, κάτι ενδιάμεσο, που λέμε, και προσπαθούσες να σκοτώσεις το συμπαίκτη-αντίπαλό σου. Είχα ένα σπίτι ακριβώς δίπλα στη παραλία, σε κάτι βράχια, ήταν βράδυ, και "έπαιζα" μαζί με άλλους τρεις.

Κρέατα και αίματα. Έχωνα το νυστέρι ανάμεσα στο στήθος του καθενός και το στριφογύριζα, και αυτοί πέφταν κάτω δίχως να βγάλουν κιχ, ούτε καν να κάνουν μορφασμό- λες και ήταν ανδρείκελα, ρομπότ. Στο τέλος, μάζεψα μια στοίβα από τέσσερα πτώματα στη γωνία του σπιτιού μου (πράγμα περίεργο, καθώς θα ορκιζόμουν ότι σκότωσα μόλις τρεις), και έφυγα.

Βρέθηκα σε ένα σούπερ μάρκετ, όπου, σε κατάσταση ζάλης, προσπαθούσα να ανοίξω ένα τεράστιο ψυγείο και σκόνταφτα. Όταν το κατάφερα, γέμισα μια σακούλα με μπύρες- η σακούλα δε, έμοιαζε να μην έχει χωρητικότητα, έχωνες μέσα αβέρτα, αβέρτα, αβέρτα, το προσωπικό μου μικροσύμπαν τσέπης, που λέμε. Τελείωσα με τη συλλογή ζύθου σε μπουκάλι και έφυγα χωρίς να πληρώσω- δεν υπήρχε κανένας άλλωστε μέσα στο σούπερ μάρκετ.

Περπάταγα με τις ώρες σε μια παραλία που έμοιαζε πάρα πολύ με τη παραλία Κοκκωνίου το βράδυ, με τη διαφορά ότι η θάλασσα φαινόταν μακρινή, δυσπρόσιτη, λες και έπρεπε να ταξιδέψεις πρώτα επί μήνες στην έρημο, και να φτάσεις μετά στη πηγή του νερού. Η σακούλα είχε εξαφανιστεί- μάλιστα. Δε συνάντησα κανέναν, δεν υπήρχε κανένας, περπάταγα και δε σκεφτόμουνα ούτε μίλαγα. Το ωραίο τίποτα.

Έφτασα σε μια αλάνα με σκουριασμένα λεοφορεία. Τα οποία σου δίναν την αίσθηση σκελετού ζώου, φάλαινας ίσως, διαβρωμένης με το χρόνο- πτώματα λεοφορείων, λοιπόν. Ένας τύπος χωρίς μάτια μου έλεγε για το "δρομολόγιο μηδέν" και δε καταλάβαινα Χριστό- και δε θυμάμαι τίποτα πλέον. Άρχισε να με λούζει κρύος ιδρώτας για τα πτώματα που είχα σπίτι μου, λέγοντας, "τα έχω ήδη τρεις μέρες κει μέσα". Σε λίγα δεύτερα δε με ένοιαζε καθόλου. Ο τύπος χωρίς μάτια μου είπε πως μέσα σε ένα από αυτά τα λεοφορεία, έχουν χτίσει λέει μια κόλαση. Ανθρώπινη κατασκευή, αλλά ίδια ακριβώς με την κόλαση της Βίβλου- μια ανθρώπινη κόλαση που τη νοικιάζουνε σε όποιον πιστεύει ότι θέλει να υποφέρει για τις αμαρτίες του. Διαμερίσματα λέει, μου είπε κάποια τιμή αλλά δε θυμάμαι τίποτα. Θυμάμαι που γέλαγα, στην πρότασή του να νοικιάσω ένα διαμέρισμα εκεί, και δεν απάντησα. Απλά γέλαγα, γέλαγα, γέλαγα, άνοιξα τη σακούλα που είχε ξαναεμφανιστεί στα χέρια μου, και άρχισα να πίνω μια μπύρα, και γέλαγα, και γέλαγα.

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2009

Και ποιος κοιμάται καλά, σάμπως;




Δεν υπήρχε πλέον "πολιτισμός". Για την ακρίβεια, δεν υπήρχε τίποτα, εκτός από έναν τεράστιο ωκεανό. Και επιπλέαμε, εγώ με άλλους δύο φίλους. Επιπλέαμε. Τι άλλο να κάναμε; Χρόνος έδειχνε να μην υπάρχει επίσης. Ήταν όλα πεντακάθαρα, "ημέρα μεσημέρι" καλοκαιριού που λέμε, μόνο που, ήλιος δεν υπήρχε πουθενά. Δε δείχναμε να μας νοιάζει το ότι έπρεπε να κολυμπάμε συνέχεια. Ο ένας μίλαγε συνέχεια για "παιδικά παιχνίδια" χωρίς να βγάζει νόημα. Εγώ, με τον άλλονα, κυνηγάγαμε χταπόδια. Τα οποία χταπόδια κολυμπούσαν απελπιστικά κοντά μας, λες και το έκαναν επίτηδες- δε μπορούσα παρά να παρατηρώ ότι θέλανε να φαγωθούν, εν τέλει. Ο φίλος τα έπιανε μέσα από το νερό με τα χέρια, και μου τα πέταγε, ώστε να τα διαμελήσω με τα χέρια μου- άγνωστο το γιατί να διαμελήσεις ένα χταπόδι έτσι, στη ψύχρα. Αλλά ποτέ δε τα κατάφερνα- μου πέταγε χταπόδια, κι εγώ απλά σάστιζα και μου φεύγανε μέσα από τα χέρια.
Πού και πού, πέρναγαν και νερόφιδα. Κολυμπώντας κάτω από τα πόδια μας, σχεδόν τα ένιωθα να μου γαργαλάνε τις πατούσες. Δε τα πειράζαμε. Ο ένας φίλος τα έλεγε "θεούς" και έκανε κάτι σαν άτσαλο σταυρό κάθε φορά που ένιωθε ένα να τον ακουμπάει. Ηλιθιωδώς αγχωτικό θέαμα, διότι δε μπορούσα να δεχτώ το ότι απλά νερόφιδα ήταν τόσο άγια- και πού είναι οι υπόλοιποι; Πού είναι οι πολυκατοικίες; Οι κοινωνίες σας (μας);
Στο τέλος, το νερό σκούρυνε υπερβολικά πολύ. Οι δυο φίλοι πανικοβλήθηκαν και κολύμπησαν μακριά, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, φωνάζοντάς μου να ακολουθήσω. Δεν έκανα τίποτα, και καθόμουν σα κούτσουρο να κοιτάω μια τεράστια τσούχτρα να κολυμπάει κάτω από μένα, και, μόλις την κοίταξα, παρατήρησα ότι έκανε το ίδιο, και ότι είχε ένα σκασμό από ανθρώπινα μάτια πάνω στη πλάτη της, που με κοζάρανε επίμονα.
(ξύπνημα πρώτο από το κρεβάτι, ώρα 7 το πρωί)


Ήμουνα στους παλιούς μου δρόμους, που μεγάλωσα, σε κείνη την απερίγραπτη κωλογειτονιά στο Κιάτο. Για την ακρίβεια, πολύ πιο κάτω από το παλιό μου σπίτι, στο ποτάμι. Τα γύρω σπίτι είχαν μεταλλαχτεί, έμοιαζαν λες και πέρασε πανούκλα, ή κάποιος τυφώνας, ή κάποια μεγάλη καταστροφή. Καθόμουνα στο έδαφος και παρατηρούσα τον ελάχιστο κόσμο... ή εν πάσει περιπτώσει, τους μουρλούς. Διότι όλοι μουρλοί ήτανε, με μισά χέρια, μισές μούρες, ξυλοπόδαρα, πατερίτσες, μαντήλια. Σαν το έργο του Goya που έβαλα επίτηδες από πάνω, στη μορφή περισσότερο. Δε με πείραζαν, το θυμάμαι. Αισθανόμουν άβολα, ειδικά κάθε φορά που ένας από αυτούς περνούσε δίπλα μου, μουγκρίζοντας σα γουρούνι, βγάζοντας άναρθρες κραυγές ή παρόμοια εκλεπτισμένα πράματα, αλλά δε φοβόμουν. Ήμουν κυριλέ. Σε μια φάση ένας γερο-οικοδόμος (ή γερο-τεχνίτης γενικότερα), με ένα πράσινο πουκάμισο, αξύριστη μούρη και κοντά άσπρα μαλλιά, μεγάλη μύτη, γαλότσες και μεγάλη μπάκα, με πλησίασε χαμογελώντας και μου είπε κάτι σαν "Κούλαρε. Εδώ είμαστε στη ζωή. Κοίτα τριγύρω". Κάθισε και μου έδειξε μια καλύβα ακριβώς απέναντί μας. Έξω από αυτήν, ένας τεράστιος (σχεδόν γίγαντας) αγριάνθρωπος με ένα σφυρί στο χέρι και τίγκα στη τρίχα, χτυπούσε μια χοντρή χωριάτισσα/νοικοκυρά στη κοιλιά (με το σφυρί) με μανία, ενώ από πίσω της την κρατούσε ένας κοντύτερος με μεγάλη κόκκινη μύτη (σα κλόουν) και μεγάλα παπούτσια. "Αυτοί είναι αδέρφια, αυτή είναι η γυναίκα του ενός και την πηδάνε μαζί, εναλλάξ, και τώρα αυτή δεν ήθελε να τον φάει από τον κώλο και την τιμωρούνε" είπε ο γερο-τεχνίτης και γέλασε σα να έβηχε. Ήθελα να φύγω. Αυτή λέει ήταν η ζωή. Δε μ'αρέσει η ζωή. Θέλω να φύγω, θυμάμαι που σκεφτόμουνα. Στο τέλος, όλοι οι μουρλοί άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι. Ένας πέρασε δίπλα μας και είπε, "έρχεται Αυτή" και ο γερο τεχνίτης άρχισε να τρέχει επίσης πανικόβλητος. Μόλις κοίταξα πίσω μου, είδα να βγαίνει από μια καλύβα ένα ερμαφρόδιτο, απαίσιο πλάσμα, ίσως άντρας με γυναικεία περούκα, ίσως γυναίκα με παπάρια/σαπισμένο κρέας να φαίνονται μέσα από έναν μπλε σκούρο μανδύα και να γλείφουν το πεζοδρόμιο ενώ έτρεχε μανιασμένα προς το μέρος μας, κρατώντας ένα μαχαίρι. Απελευθερώθηκε όλος ο τρόμος, άρχισα να τρέχω αλλά, όπως γίνεται στα όνειρα συχνά, δεν αρκούσε, όσο και να έτρεχα- θα με έφτανε. Όλα έληξαν με μια κραυγή, δε ξέρω ποιανού, που έγινε ένα με το απαίσιο στρίγκλιγμα (σα να ταν από αρπακτικό πουλί) της Αυτής.
(δεύτερο ξύπνημα από το κρεβάτι, ώρα 9 παρά το πρωί)


Όλα είχαν μειωθεί σε χώρους. Δωμάτια. Δε ξέρω αν υπήρχε καν η έννοια του "έξω". Ποτέ δε φάνηκε, τουλάχιστον. Έμενα, μαζί με 4 άλλους καλούς φίλους, σε ένα υπερ-μικρό δωμάτιο, με κατάλευκα κρεβάτια (μικρού μεγέθους, σα κουκέτες που λέμε). Όλοι έμοιαζαν νωθροί, και αναρωτιόμουν αν είχα περισσότερη ενέργεια μέσα μου απ'όση θα έπρεπε. Έφερνα βόλτες στο δωμάτιο, και προσπαθούσα να παίξω παιχνίδια σε έναν κωλοϋπολογιστή που είχανε παρατημένο σε μια γωνία. Ένας κοντός, ξανθός τυπάς, λεπτός και με γαλανά μάτια, δίχως τρίχα στη μούρη (σα να λέμε, "μοντέλο". Μπαχ), ερχόταν και μου μίλαγε λες και ήθελε να τον πηδήξω. Μου έλεγε δε, συνέχεια, ότι "θα μου πηδήξει την παλιά μου αγάπη", πράγμα που με θύμωνε απίστευτα, και προσπαθούσα να τον απομακρύνω λεκτικώς. Στη συνέχεια, έβγαλε το δέρμα του, και έμεινε με ένα κοκκινωπό ζουμί στα κόκαλα, τίγκα στα σπυριά γεμάτα πύον- η μούρη του, δε, έμεινε ένα αφηρημένο πράγμα από δόντια και κρέας. Και συνέχισε, λέγοντας συνέχεια κάτι του στυλ, "Ω ναι, εγώ θα στη πηδήξω τη παλιά σου την αγάπη", πράγμα που με σύγχισε περισσότερο. Σηκώθηκα και έκανα βόλτες μέσα στο δωμάτιο, αυτός εξαφανίστηκε απότομα και ηρέμησα. Στη βιβλιοθήκη κρατούσαν οι άλλοι μια μεγάλη, φανταχτερή ανθρώπινη καρδιά. Ρώταγα και δε μου λέγανε τι ήτανε. Ο ένας είπε κάτι, ενώ κοιμόταν, ότι είναι λέει η γραμμή, μεταξύ ζωής και δρόμου και λόγου. Ή κάτι τέτοιο όπως το θυμάμαι τώρα που γράφω. Με ενοχλούσε η θέα της. Δεν είχα τι να κάνω. Έπεσα για ύπνο σε ένα άδειο κρεβάτι, και ένιωθα δίπλα μου, κλείνοντας τα μάτια, μια γυναικεία φιγούρα. Τα δάχτυλά μου μπορούσαν να χαϊδέψουν αόρατα μαλλιά. Ένιωθα δάχτυλα να ακουμπάνε τα χείλια μου απαλά, και άρχισα να τα γλείφω. Έβαλα το χέρι μου μέσα από τα σκεπάσματα, και έπιασα ένα απαλό, γυναικείο μπούτι. Με κλειστά τα μάτια πάντα. Χάιδεψα απαλά, ήμουν καυλωμένος- ίσως όχι μόνο. Ερωτευμένος, αλλά πάντα με κλειστά τα μάτια. Η σκατένια φιγούρα με τα σπυριά ξαναεμφανίστηκε και όρμησε, πετώντας τα σκεπάσματα στον αέρα. Θύμωσα απίστευτα, και σηκώθηκα πάνω φωνάζοντας- ήμουν έτοιμος να γκρεμίσω τα πάντα, όλο το διαμέρισμα, για αυτή τη προσβολή.
(τρίτο και τελευταίο ξύπνημα από το κρεβάτι, ώρα 1 και μισή το μεσημέρι)

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

Ημερωμένα Λόγια 11


Ο πούστης ο Sartre μας εγάμησε όλους, πατριώτες. Ναι, αυτός, ο Ζαν-Πωλ. Ο απελευθερωτής.

Βλέπεις, δε θα μάθουμε ποτέ το πώς προήλθαμε σαν είδος. Ούτε το πού θα πάμε. Γάμησε μια σαύρα τα βακτήρια, τα οποία μετά γίνανε πιθήκια που στη συνέχεια τα πήρε μια συμπαντική υπερδύναμη πάνω από την εξώσφαιρα και με τη βοήθεια εξωγήινων, μετάλλαξε τον βρωμερό αυτό γόνο σε κάτι πιο ανθρώπινο και αδύναμο, μοιράζοντας τα 7 στέμματα της ψυχής του σε διαφορετικές πραγματικότητες περιστρεφούμενες σα τροχό ώστε να επαναλαμβάνει την υπαρξιακή του μιζέρια επ'αόριστον, μόνο και μόνο για να πεθάνει και να καταλάβει ότι μόνο το σκοτάδι απ' το κασόνι θα βλέπει από δω και πέρα, άντε, κάτι κρυφάκουσε και απ' τα σκουλήκια ότι όπου να'ναι, δυο κωλοτρυπίδες-θέρετρα, μία χάμου και μία απάνω, θα κάνουν πόλεμο και θα ανοίξουν τα κασόνια, ώστε να απελευθερωθεί και το μεγάλο ερπετό στο σκοτεινότερο σημείο της αντίληψης του κόσμου και ο πολυαγαπημένος γιος της συμπαντικής οντότητας να γίνει ένα με τον πιο αγαπημένο του μαθητή/εραστή που το πρόδωσε επίτηδες, αλλά στο τέλος επειδή ο Λάμπης δεν έζησε καλά, μετεμψυχώθηκε στην επόμενη ευκαιρία για ζωή σαν σκώληκας, κι όλα αυτά, μέσα στα μικροτσίπ μιας γιγάντιας μητρικής πλακέτας... αυτό ξέρουμε. Ωραία πράματα ε;

Αν υπάρχει ο παράδεισος, τότε θα περιμένουμε όλοι μια ζωή μπροστά από το ταμείο για να βγάλουμε επουράνιες ταυτότητες, μα δε θα γίνει ποτέ- θα περιμένουμε μέχρι το τέλος πολλών αιώνων, μιας και τα αγγελάκια θα ναι απασχολημένα με το να κυνηγάει το ένα να γαμήσει τα τρυφερά κωλομάγουλα του άλλου, που θα αχνοφαίνονται μέσα από την ομίχλη από τα χνώτα του τεράστιου, υπέρβαρου Πατέρα, στις κοιλάδες της ηρεμίας...βαρεμάρας. Αν υπάρχει η κόλαση, τότε θα κατεβαίνεις χεσμένος στο φόβο για να σου πει ο γεράκος στην είσοδο με βαριεστημένο ύφος ότι, δεν υπάρχει κόλαση, άρα θα ανέβεις απάνω να περιμένεις μια αιωνιότητα για να βγάλεις ταυτότητα. Μαλάκα, ε μαλάκα, που πήγες να τη σκαπουλάρεις. Αν είμαστε στο κωλοΜατρίξ, φέρτε μου το κόκκινο χάπι...και το μπλε μαζί...και ό,τι άλλο πολύχρωμο χάπι σας βρίσκεται πρόχειρο, σε λογική τιμή, ευχαριστώ πολύ. Να κάνουμε υπερσυμπαντική/υπαρξιακοτεχνολογική ψυχεδέλα rave party φάση, να γουστάρουμε, με μισό καμμένο εγκέφαλο στο τίποτα, απ τη μίαν άκρη του διαστήματος στην άλλη. Αν ο τροχός της Σαμσάρα δουλεύει ακόμα, αμφιβάλλω πολύ, γράσσο δεν έχομε, συγγνώμη παιδιά, συγγνώμη για τη καθυστέρηση, εεεεχμ, θα αργήσουν λίγο οι νέες μετεμψυχώσεις, εεεχμ, συγγνώμη, και η φωνή από τα μεγάφωνα κλείνει, και περιμένεις στο άπειρο να δεις τι θα γίνει με τη πάρτη σου, ενώ από πίσω παίζει τραγούδια αναμονής κινητών τηλεφώνων της Βονταφόν. Αν βγήκαμε από πιθήκια ή σαύρες ή οτιδήποτε έμβιο από παλιά, ακόμα καλύτερα, σκαρφαλώνω στη ταράτσα μου, γαμάω μια θηλυκιά ενώ ταυτόχρονα τρώω τις ψείρες της (και παρά τη θέλησή της) και μετά βουτάω στο κενό- πίθηκας έτσι, πίθηκας αλλιώς. Πασπαλίζω και με σκατά την κεραία της τηλεόρασής μου. Αν πάλι, μας φτιάξανε οι εξωγήινοι, ή καλύτερα να βρούμε τα συστατικά της λέξεως, "εκ", "σόι", "γίνει" (ο χειρότερος εξωγήινος είναι πάντα συγγενής σου), χώνω κεραία στη κωλοτρυπίδα μου και στέλνω υπερπλανητική κλανιά κατευθείαν στο μητρικό τους σκάφος, να το διαλύσω όλο- τα μαλακισμένα. Ε μαλακισμένα, που μας αφήσατε δω χάμου. Αν είμαι υποχρεωμένος να ζήσω τα πάντα σα flashback ξανά και ξανά και ξανά (η ωραία αυτοανακύκλωσή μας) σε άλλα σημεία του σύμπαντος/πραγματικότητες, τότε πολύ ευχαρίστως να καταλήξω μπεκρής σε όλες τους, ξανά και ξανά και ξανά- το'ξερα εγώ ότι κάπου την είχα ξαναπετύχει αυτή την Edelsteiner. Αν πάλι, περιμένουμε να ενωθεί ο Ιησούς ο μπάρμπας μαζί με την Ιούδα, να σχηματιστεί το έμβρυο του αύριο αποκομμένο από σκοτάδι και φως, να ξυπνήσει η πόρνη η Βαβυλώνα που σημαίνει αυτοολοκλήρωση και υποταγή στο άγριο, χυδαίο, ανθρώπινο και ειλικρινές, και αν....βασικά, γάμησέ το. Τα αποκρυφιστικά μου θυμίζουν το Σωτήρη- τα βαριέσαι επειδή μιλάνε πολύ. Αν είναι, τέλος, να παίξουνε μπουκέτα ο Ουρανός και η Κόλαση, για να περιμένω γω, είτε να κριθώ, είτε να ξαναξυπνήσω από τον τάφο και να ξανακριθώ... ε γάμησέ με. Πάω ομολογώ και αύριο στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής ότι πχ διακινώ ναρκωτικά και μπλέκω με το σύστημα δικαιοσύνης της Ελλάδας. Ίδιο πράγμα, εδώ και τώρα.

Όσον αφορά το κασόνι;
Μπαχ. Ας με θάψουν παρέα με ένα σκασμό από ουίσκια. Σκοτάδι, ησυχία, ουισκάκι, άντε, να λες και καμιά κουβέντα με τα σκουλήκια, ή να ψιθυρίζεις βρώμικα ανέκδοτα στα καντηλάκια για τη μνήμη σου. Ζωάρα στο θάνατο.

Και έρχεται ο Ζαν-Πωλ, ο Ζαν Πωλ ο Σάρτρης, και λέει πώς, στη πραγματικότητα, πηγή όλης της δυστυχίας του ανθρώπινου όντος, είναι ότι αντιλαμβάνεται βαθιά μέσα του, ότι έχει απόλυτη ελευθερία να επιλέξει οτιδήποτε θέλει για τη ζωή του. Ότι δε γεννιέται με σκοπό, ότι όλα είναι στην επιλογή του, και ότι οι πράξεις του έχουν συνέπειες. Και γι'αυτό, παθαίνει κατάθλιψη όταν καταλαβαίνει το βάρος της ελεύθερης στη πραγματικότητα ύπαρξής του- ότι είναι καταδικασμένος σε απόλυτη ελευθερία.

Να πας να γαμηθείς, Ζαν-Πωλ. Ή μπορώ να σε λέω Ζαν;
Να πας να γαμηθείς, επειδή συμφωνώ απόλυτα με ό,τι λες, αλλά αυτή τη περίοδο της ζωής μου, δε χρειαζόταν καθόλου, μα καθόλου να το ξαναθυμηθώ. Το ότι επιλέγω τι κάνω και το ότι όσο μιζέρια σκορπάω τριγύρω, είναι αποτέλεσμα/συνέπεια μόνο των δικών μου πράξεων και κανενός άλλου.

Ωραία ρε Ζαν. Από κούτσικος, έμαθα να φέρομαι σαν ενήλικας.
Τώρα, πλέον ενήλικας, που θέλω να τα γράψω όλα στα παπάρια μου για λίγο, τα συναισθηματικοαλκοολικοοικογενειακοφιλικά, και να μη με νοιάζει τίποτα, να αισθανθώ λίγο κούτσικος πάλι, γιατί δε μπορώ;

"Faiblesse" μου λέει το τσογλάνι, και μου'ρχεται να του σβουρίξω αγκωνιά.
Φαιμπλές, φαιμπλές. Έτσι είναι.
Ωραία. Σας αφήνω εσάς τους δυνατούς να ξεκουραστείτε.
Πάω για να κάνω log out στο κρεβάτι μου.

Ο Κόμης


Σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, ο Kόμης του Edelsteiner, σε φωτογραφία από τις διακοπές του στο θέρετρο αναψυχής δυτικά της Άνω Stolichnaya, φωτογραφία που πολύ ευγενικά μου παραχώρησε (μαζί με την άδεια να την δημοσιεύσω εδώ), θεωρώντας ότι είμαι άξιος πλέον της εμπιστοσύνης του.

Ναι, μοιάζει αρκετά με τον Count Johann von Bernstorff της Γερμανίας- αυτό είναι ένα μυστήριο που θα διελευκάνουμε εν καιρώ.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Ημερωμένα Λόγια 10


-Άκυρο για 16:30 μαλάκα, κάντο μια ώρα μετά γιατί δε βρήκα εισητήριο.
-Ωραία, ωραία. Θα έρθω με το λεοφορείο, θα'μαι κει στην ώρα μου. 17:30 λοιπόν.
-Τι λεοφορείο; Με αμάξι γιατί δεν έρχεσαι.
-17:30 τα λέμε
-Με αμάξι γιατί δεν έρχεσαι;
-17:30. Άντε.
-Με αμάξι γιατί δεν ερχ...

ΚΛΑΤΣ το ακουστικό.
Πονάω όταν σκέφτομαι ότι, στην όση ζωή μας απέμεινε στη κωλοτρυπίδα αυτή, όλα θα αλλάζουν σε βαθμό κακουργήματος. Αλλά ταυτόχρονα, έχοντας γνωρίσει το Σωτήρη, ξέρω ότι, τουλάχιστον, η άκρατη υπόγεια ένταση της φωνής του, και η ικανότητά του να μπορεί να πιάσει ένα θέμα από τα μαλλιά και να σου απαντάει με 200 λέξεις όταν εσύ του λες απλά μία, δε θα αλλάξουν ποτέ- και ανασαίνω ελαφρύτερος μέσα στο φορτίο της θνητότητάς μου.

Ποδαρόδρομος μέχρι τη στάση, στο "μεγάλο δρόμο". Ποδαρόδρομος που κάναμε σα χαμίνια τόσες και τόσες φορές, στο Γυμνάσιο και μετά, για να φτάσουμε απ' το χωριό στο σχολείο, στην "πόλη" (και σιγά την πόλη), ή, ακόμα καλύτερα, παράκαμψη μέσα από τα κτήματα για να χάσουμε τις πρώτες ώρες. Τα οποία κτήματα, έμοιαζαν, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, ολόιδια. Στα παπάρια τους όλα. Ή, σχεδόν όλα, καθώς το τσιμεντένιο κωλοάγγιγμα από τα τετράγωνα απαισιουργήματα που αντικατέστησαν μεγάλες περιοχές πρασίνου στην εν λόγω περιοχή (και που λέγονται κατ'ευφημισμόν "σπίτια παραθεριστών") σε έκανε να στραβομουτσουνιάζεις σα γκόμενα με περίοδο μπροστά από τεντωμένο πέος. "Κοίτα να δεις που στο τέλος θα πιστέψω ότι έγινα και...οικολόγος", σκέφτηκα αυθέραιτα και γέλασα εκ των έσω για το πού σε πάει ηλιθιωδώς ο νους μερικές φορές.

Και να περιμένω...και να περιμένω στη στάση. Και αμάξια να περνάνε, να περνάνε...να περνάνε αμάξια στη στάσης μπροστά το δρόμο. Μια ζωή να βιάζομαι να κάνω τις δουλειές μου, μόνο και μόνο για να καταλήγω να περιμένω σα το μαλάκα πολύ νωρίτερα απ'όσο πρέπει. Ένας νεότερος ηλικιακά συγχωριανός, σταματάει με το αμάξι του μπροστά μου, ανοίγει και τα παράθυρα: μέσα, μια παρέα από επίσης συνομήλικούς του, που με κοιτούσαν με μόλις-μετεφηβικά χαμόγελα, γνωρίζοντάς με από παλιά σαν "ο Ηλίας που βρίζει" και περιμένοντας ένα punchline. "Α, δυστυχώς δε μπορώ να σε πάω Κόρινθο". "Δε πειράζει, άλλη φορά", και έγνεψα το χέρι μου σε φάση, "άντε, άντε, πούλο". Υπάρχει ένας καλός λόγος για τον οποίο δε μιλάω με κανέναν σχεδόν από τα μέρη μου πλέον, παρά μόνο αν υπάρχει ανάγκη, και τον θυμάμαι κάθε φορά που μιλάω με κάποιον από τα μέρη μου χωρίς να υπάρχει ανάγκη.

Απ' την άλλη, δε νομίζω να υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο αρνούμαι πεισματικά να οδηγήσω εδώ και μισό και βάλε χρόνο. Απλά δε μου αρέσει το οδήγημα. Καπούτ. Αυτό. Τι άλλο; Είναι αγγαρεία των αισθήσεών μου. Δεν είμαι καλός σε αυτό. Έχω πάει να τρακάρω περισσότερες φορές απ'όσο μου επιτρέπει η χρονιά που πήρα το δίπλωμα. Έχω οδηγήσει σούρλα και έχω πάει να στουκάρω σχεδόν θανάσιμα. Δε το έχω.
Προτιμώ να περπατάω σα το μαλάκα και να περιμένω συγκοινωνίες.

Και το λεοφορείο καταφτάνει, απελευθερωτής, σάλπιγκα στα τείχη της Ιερηχούς. Και στο ενδότερο, έχει πολλή κόσμο. Κόσμο και κοσμάκη. Κάτι που, ανέλπιστα, μου φτιάχνει την γκρίζα, τίγκα στη μελαγχολία μέρα. Σχεδόν χτυπάω τα πόδια μου αριστερά-δεξιά σαν παιδάκι, μόλις νιώθω το μαξιλάρι του καθίσματος στο κώλο μου. Και ο γερο-εισπράκτορας ο κοτσωνάτος, με αποκάλεσε "Κύριο" όταν μου δωσε τα ρέστα και μου μίλησε στο πληθυντικό, ενώ, σε έναν σχεδόν συνομήλικό μου που δεν είχε τρίχες στη μούρη, μίλησε στον ενικό και του είπε "νεαρέ". Χα. Ειρωνία. Ωραία πράματα. Μικρές μαλακιούλες της ζωής.
Μετά από λίγο, μια γριά στο χείλος του γκρεμού που λέμε, ηλικιακά, κάθησε με χίλια ζόρια δίπλα μου. Κανονικά, όσες εμπειρίες έχω με γριες σε λεοφορεία, έχουν αποβεί άσχημες, από τότε που άρχισα να χρησιμοποιώ μέσα μαζικής επικοινωνίας: είτε θα έφτυναν χλεμπόνια κατά λάθος στα πόδια μου, είτε θα παραμιλούσαν ακατάπαυστα, είτε θα μου έπιαναν πίρλα για το Θεό. Και η συγκεκριμένη αυτό έκανε, το τελευταίο, αλλά με τον εισπράκτορα. Από όλη τη μουρμούρα, το αυτί μου έπιασε τη φράση της γιαγιάς, "Γιατί παιδάκι μου, τι νομίζεις; Μόνοι μας θα πεθάνουμε όλοι, παρέα με κανέναν. Και όλοι μας θα λογοδοτήσουμε σε Αυτόν εκεί απάνω, μετά".
Και η φωνή του εισπράκτορα, πηχτή και ζεστή σα φρεσκοστρωμμένη άσφαλτος, με έκανε να χαμογελάσω δίχως να το θέλω: "Γιαγία, αν του δώσω γω λογαριασμού Αυτού τι έκανα όλη μου τη ζωή, θα ντραπεί τόσο που θα με πετάξει με τη μία χάμου πάλι!". Έκλεισα χαρούμενος τα μάτια και σκέφτηκα ότι η μελαγχολία απλά ήταν ακόμα μια γλυκόπικρη γεύση σε κωλοασιάτικο εστιατόρια δ' κατηγορίας, που μισούσα να μου αρέσει. Ή μου άρεσε να μισώ.

Φτάνω. Ο τόπος συνάντησης ήταν το παρκάκι-στάση ταξί. Και προφανώς, αν κρίνω από τα τραμπολίνα και τους φουσκωτούς παιδώτοπους, καθώς και τον απελπιστικά μεγάλο αριθμό μούλικων μικρής ηλικίας, στην πλατεία είχαν κάτι σαν χριστουγεννιάτικο πάρτυ για μούλικα μικρής ηλικίας. Αράζω σε ένα παγκάκι, καπνίζοντας αδιάφορα το τσιγάρο μου και σκεπτόμενος ότι καλά την έχουν τα πιτσιρίκια. Με παιχνίδια παίζουν. Και όπως είχε πει η παρέα πάνω, και μεις με παιχνίδια παίζουμε. Άλλου είδους. Άρα σε τι είμαστε καλύτεροι σε αυτό το θέμα; Έβλεπα τον μικρό Σκούτερ πχ (το "Σκούτερ" είναι όντως μια παρόρμηση δικιά μου της στιγμής, αφήστε με) να κάνει τούμπες στο τραμπολίνο και να έχει ένα χαμόγελο μέχρις τ'αυτιά, και θυμόμουν τον Κοκορίκο (ή στη θέση του οποιονδήποτε από εμάς πχ) όταν είχα ανεβάσει πάνω ένα whiskey malt 16 χρόνια σε βαρέλι, για κατανάλωση για πάρτη μας- ίδια έκφραση.

Ταυτόχρονα παρατηρούσα και τις "σέχτες". Τα μικρά με τους γονείς, να κοιτάνε κάτι ελαφρώς μεγαλύτερα κουτσούβελα, που είτε ήταν πρώτη τάξη Γυμνασίου αλλά έπασχαν από νανισμό, είτε ήταν δημοτικό και είχαν κανονικό ύψος, να περπατάνε "αεράτα" και να φωνασκούν σχεδόν τελετουργικά φράσεις με λέξεις ως επί το πλείστον παράγωγα του "γαμάω" και "μαλάκα", και να λάμπουν τα ματάκια τους και να θέλουν να τους μοιάσουν. Και καλά. Και τα ίδια αεράτα γυμνασιόπαιδα να κοιτάνε με τον ίδιο τρόπο κάτι "χιπχοπάδες" μασκαρεμένους λυκειοπαιδαράδες που περπατούσαν ακόμα πιο αεράτα και να γουρλώνουν τα μάτια από ρησπέκτ κι έτσι. Και ο κύκλος αν γινόταν ακόμα πιο μεγάλος, ολόκληρη τη γη μας, θα αγκάλιαζε θαρρώ- αν δεν έχει ήδη γίνει έτσι.

Ο έκφυλος έφτασε, τον βρήκα, κατηφορίσαμε προς καμια καφετέρια στη πλατεία για μπύρα. Ναι. Αμάξι δεν είχα, το μόνο που με δέσμευε λοιπόν προσωπικά ήταν το ωράριο του λεοφορείου, και η υπόσχεση στο πατέρα μου της προηγούμενης μέρας να προσπαθήσω να μειώσω. Να μειώσω. Αρχίδια. Αλλά μην είμαστε και πλεονέκτες, σε ένα περιβάλλον όπως το χωριό μου και σε ένα σπίτι όπως το δικό μου, που ο καθείς έχει λερωμένη παλιά τη φωλιά του και τώρα απλά σφυρίζει αδιάφορα, το να πιω ένα ποτηράκι ουίσκυ ή τρεις μπύρες, είναι προνόμιο. Όσο και αν σφυρίζει το φιδάκι ο Διαμαντής μέσα στα νεφρά.

-Θα τον γαμήσω μωρέ τον μαλάκα. Ρε θα πιανόμασταν στα χέρια ρε.

Πόσο γουστάρω όταν ο έκφυλος μιλάει για την οικογένειά του.

-Τον πούστη...Πωωωωωωωω....

Αλήθεια όμως.

-Μωρέ στο τραπέζι της πρωτοχρονιάς. Θα δει. Όλοι τους θα δουν.
-Σεβάσου τη γιαγιά και μη πεις τίποτα, λέω γω.
-Ναι. Αυτό.

Η κουβέντα φέρνει σβούρες. Στη πραγματικότητα, δεν έχουμε πολλά να πούμε, περισσότερο σαν αφορμή για να πιούμε ήρθαμε Κόρινθο κι οι δύο. Δίπλα μας, έχουν κοιμηθεί στα πόδια μας δυο αδέσποτες σκύλες, αμφότερες με σπασμένα κόκαλλα στα πόδια. Προσποιηθήκαμε ότι είναι σερνικά, και βαφτίσαμε το ένα "Μηνά" και το άλλο "Κώτσο"- και στη συνέχεια, ένας παλαβός 50άρης, ήρθε και έπιασε κουβέντα στο ένα, λέγοντας "Α ρε Άννα, παίζουν Χριστοδουλόπουλο τη Παρασκευή εδώ δίπλα. Και Στελάρα, και Στελάρα... και Στράτο Διονυσίου", και "Καλά κάνουν και μας λένε οι Αθηναίοι σκατόβλαχους και ότι δεν έχουμε ταυτότητα, Αννούλαααααα...α ρε Άννα".
Φάουλ, μισότρελε φίλε μου.
Το "βλάχος" όπως χρησιμοποιείται σήμερα, περισσότερα καλά έχει, παρά κακά. Και φυσικά δε μιλάμε για τους "Βλάχος", το αντίθετο των κομπατσάρηδων δηλαδή- αυτοί ειν φάρα. Και δε λες κάποιον "βλάχο" για τη φάρα, αλλά για το τρόπο ζωής του. Μισόλογα της πόλης. Πόσο γλυκούληδες είναι αυτοί οι Αθηναίοι πολλές φορές. Στους "βλάχους" πάνε και φτιάνουνε κωλόσπιτα για να κατεβαίνουν τα γουηκέντς.

-Εσύ τι;
-Εγώ τι;
-Τι έγινε με τα θέματα;
-Αχά.

Δεν είχα πολύ όρεξη να μιλήσω για πράγματα που ήδη ενισχύανε την μελαγχολία της ημέρας. Έδωσα μια συνοπτική περίληψη και ρούφηξα τη μπύρα μου- την οποία και έφτυσα σχεδόν από το ρουθούνι όταν είδα ότι είχε 4 ευρώπουλα. Ωραία. Και πώς να φχαριστηθείς μετά κώλους στο πεζόδρομο; Όταν σε τσούζει ο δικός σου ήδη;

-Τι να σου πω. Μου λεγε ο πατέρας μου, να βρω λέει στόχους. Για να έχω κάτι να παλεύω και να μη ψάχνω να βρω νόημα σε ουσίες.
-Αχα.
-Παπάρια. Στόχους έχω. Το να γίνω μεροκαματιάρης δάσκαλος και να βγάζω το μερτικό, είναι ένας στόχος. Και δε με χαλάει και καθόλου. Με φτιάχνει. Στόχους έχω, όνειρα δεν έχω και μου πρήζεται ο πούτσος.
-Μάλιστα.

Γνωστή τακτική-Σωτήρης: μπορεί να πιστέψει ότι τον στραβοκοίταξες όταν μιλάει (ενώ δε το έχεις κάνει) και να αρχίσει να ρίχνει κατάρες σε ρυθμό πολυβόλου, 23.459 λέξεις τα 20 δεύτερα, αλλά όταν του λες εσύ κάτι, επιλέγει πάντα να μη μιλάει καθόλου, σχεδόν. Και καλά κάνει. 10 χρόνια το ίδιο, θα μου φαινόταν αποκρουστικά περίεργο να άλλαζε τώρα.

Δε σήκωνε ούτε η τσέπη, ούτε η ώρα, παραπάνω από 4 μπύρες σύνολο (και πάλι έκλαιγα τα λεφτά), οπότε πήραμε πούλο. Πούλο, πουλί, πουλάκι και σπιτοκαλυβάκι. Κατέβαινα τα ίδια κτήματα με καταχνιά τριγύρω, και διασκέδαζα με τα σχήματα που έπαιρναν τα χόρτα στην άσφαλτο, πεταμένα, πατημένα- σαν αφηρημένες φιγούρες από λιωμένα από λάστιχο αμαξιού τρωκτικά, δίχως τα έντερα και το αίμα. Και θυμάμαι πώς φοβόμουνα αυτό το δρόμο μικρός- και τώρα απλά δε με ένοιαζε τίποτα. Όχι επειδή δε φοβόμουνα πλέον. Απλά δε με ένοιαζε. Δηλαδής, αν έχετε παρατηρήσει, όταν είσαι κούτσικος, σκέφτεσαι ότι πλάσματα και δαίμονες και στοιχειά θα πεταχτούν από κάποια σκοτεινή γωνία, και συ δε θα ξέρεις πώς να αντιδράσεις. Μεγαλώνοντας λίγο, φοβάσαι τον συνάνθρωπο. Το τι ποταπό καθίκι θα πεταχτεί από τις φυλλωσιές για να σου χαλάσει την τέλεια νιρβάνα του τίποτα και της μελαγχολίας που έχεις στη καθημερινότητά σου, με οποιοδήποτε μέσο- με οποιουδήποτε είδους βία. Και για να πω την αμαρτία μου, ακόμα φοβάμαι τα "δαιμόνια" (αν και αυτά αντικαταστάθηκαν σιγά σιγά με τα έκτρωπα του lucid dreaming, ευτυχώς σε μικρή κλίμακα ως προς τις περιόδους που σκάγανε), και ακόμα φοβάμαι τα καθίκια. Αλλά πλέον, δε με ένοιαζε τίποτα. Τι να χαλάσουν; Το κουκούλι; Το κουφάρι; Να με πάρουν στη κόλαση τα τριβόλια- ωραία, αρκεί να έχει Edelsteiner. Να με μαχαιρώσει κανάς κωλόβλαχος- δε γαμείς, μια τρύπα παραπάνω για piercing κοντά στις ρώγες. Στ'αρχίδια μου, ύψωνα ένα κωλοδάχτυλο ως τα ουράνια και ως τα τρίσβαθα, και για τρία δεύτερα, αισθάνθηκα τόσο, μα τόσο σημαντικός και δήθεν περήφανος, που παραλίγο να ξεχαστώ και να με πατήσει ένα ντατσούν κωλοφτιαγμένο (Στιμαγκιώτη προφανώς) που έφερνε μπαντιλίκια στον έρημο σκοταδόδρομο.

Μαξιλάρι και μάσκα οξυγόνου. Τα αέρια τα δηλητηριώδη των τελευταίων ημερών, σκάνε στη μάπα πάντα την ώρα του ύπνου. Και τότε είναι που βλέπεις πόσο άντρας είσαι. Όχι όταν αδειάζεις μπουκάλια, ούτε όταν σηκώνεις κωλοδάχτυλα. Λούσυ, ε Λούσυ.

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2009

Τα μελάνια

Μελέτη σε κάτι γομαράγκαθα

Νεκροκεφαλή, εκ των έσω, λεπτομέρεια και καλά

Lucid Dreaming κι έτσι, πενάκι τσίκι τσίκι

Lucid Dreaming 2, "μεικτή τεχνική", οχοχοχοχο

Κόκαλλα 1

Κόκκαλα 2

Κόκαλλα 3

Σαγόνι

Παϊδια

Νεκροκεφαλή ανάποδα

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Στάχτες


Απόψε ένιωσα την ανάγκη να ευχαριστήσω μερικούς ανθρώπους
που δε τους γνώρισα ποτέ
αλλά με έκαναν άντρα με το τρόπο τους.

Το ρεμάλι πχ από τους Pantera, τότε,
που κοπανιόταν και γκάριζε,
και σου δειξε οτι και ο μεγαλύτερος κρετίνος του κόσμου, ο πιο μπουνταλάς πρέζος, μπορεί να σε κάνει να στέκεσαι με γροθιές σφιγμένες και ότι είσαι δυνατός όσο τίποτε άλλο στο κόσμο.

τον Μπύχνερ και συγκεκριμένα τον Βόυτσεκ,
η μισή ψυχή μου σε γράμματα
"Να σκοτώσω τη σκύλα. Να τη μαχαιρώσω"

τους στίχους των Catharsis, τον Bryan.
Η μεγάλη γκιλοτίνα που κάνει τη ρυθμική της δουλειά,
σε κάθε κεφάλι που δε σκύβει
"One, by one, by one"

τον Spice που φώναζε,
μες την μεγαλοπρέπειά του,
"I'm not addicted. That's what you all say"
και με βοήθαγε ανέκαθεν με τα δικά μου.

Τον Μπουκόφσκι. Άντε να το πούμε να τελειώνουμε.
Τόσο απλότητα και ειλικρίνεια, την εκτιμάς
και ας βαριέσαι να την διαβάζεις όλη την ώρα.

Τον Αρτώ.
Πρεζάκια, μουρλαμένε καριόλη Αρτώ.
Υπέροχε Αρτώ.

Ο Φερλινγκέτι γάμαγε και έδερνε.
Μετριοπαθής ίσως για πολλούς αλλά
αυτή είναι η μαγκιά του:
δε δέχτηκε κιόλας το ρόλο του beatnik.
και γαμώ. Και έτσι πρέπει. Και να πα να γαμηθούνε.

Ο Lindberg που ούρλιαζε,
"22 years of pain and I can feel it closing in"
πάρτα. πάρτα πάρτα πάρτα.

Ο McCoy.
Που είπε αυτό:
"Winter without me, seems so beautiful".
Καθίστε σκεφτείτε τι σημαίνει αυτό για το καθέναν από σας,
ΤΩΡΑ.
μαλάκες,
ΤΩΡΑ.

Ο Πανούσης.
Για ό,τι έχει πει σχεδόν.
Απλά.

Το Grim Fandango.
Επειδή είναι όπως είναι.

Και τα μουστάκια.
Μουστάκια.
Τα μουστάκια έχομε, φίλοι.
Μουστάκια.
Αυτό μας έμεινε μόνο.
τέρμα.
Καληνύχτα