Παρασκευή 16 Ιουλίου 2010

Ο Ασμόδεος όμως ζωγράφιζε καλύτερα


Ο Μπίναρης δεν κατάλαβε και πολύ καλά για πότε βρέθηκε ανάμεσα σε αυτό το χαμό από πολύχρωμους, καλοντυμένους ανθρώπους, στη μέση της τσιμεντοαλάνας.

Μόλις πριν 3 μέρες είχε πληροφορηθεί για το συμβάν.

"Θα γίνει μια εκδήλωση στο δημοτικό σχολείο του δήμου μας. Με τοπικούς καλλιτέχνες, αυτοδίδακτους. Θα θέλαμε πάρα πολύ να συμμετάσχεις".
"Αχά. Θα σας ειδοποιήσω. Σας ευχαριστώ πολύ".

Άναψε ένα τσιγάρο και αποφάσισε ότι θα συμμετάσχει.
Αν μη τι άλλο, θα είχε μπουφέ. Και δωρεάν κρασί.

Και μέσα σε στιγμές, που δε κατάλαβε πότε πέρασαν, έμενε στο κέντρο του γηπέδου του δημοτικού σχολείου, παρατηρώντας το κόσμο. Οι πρώτες σκέψεις ήταν ότι δεν άνηκε εκεί. Οι σκέψεις στη πορεία γίναν απόφαση. Η απόφαση πήγε να φορέσει το μανδύα της μεμψιμοιρίας μα το γλίτωσε στο τσακ.

"Πού ήσουν στις 20:30;"
"Συγγνώμη, άργησα ένα τέταρτο να έρθω"
"Έβγαλα λόγο και ήθελα να σε παρουσιάσω στο κοινό. Να τους πω ότι είναι τιμή μας που..."

Ο Μπίναρης χαμογέλασε και έκανε μια γκριμάτσα. Ήταν σίγουρος ότι ο συνομιλητής του, και διοργανωτής της εκδήλωσης, θα κατανοούσε το πόσο αστείο έβρισκε ο Μπίναρης αυτό που άκουγε, μα ο συνομιλητής κατάλαβε το αντίθετο, και παίρνοντας θάρρος απ' τη γκριμάτσα, συνέχισε:

"Είδες; Γι'αυτό σου λέω. Ααααχ, αργείς, αργείς. Άργησες"
"Δε πειράζει. Σας ευχαριστώ πολύ".

Ο Μπίναρης απομακρύνθηκε. Ένιωθε σα γέρικο σκυλί σε μάντρα με θρασύτατα πρόβατα, που βελάζαν προκλητικά προς το μέρος του και του έγνεφαν με τις φουντωτές κωλοτρυπίδες τους, μα ταυτόχρονα αισθανόταν όμορφα. Με ένα περίεργο, ηδονοβλεψιακό ίσως τρόπο. Του άρεσε που συμμετείχε πρώτη φορά τόσα χρόνια, σε κάτι. Και ότι μπορούσε επιτέλους να δείξει σε όλους ότι αξίζει τα μέγιστα.
Τέτοιες σκέψεις τον πέθαιναν, διότι το να γλύφεις την ίδια τη παλάμη σου είναι δίκοπο μαχαίρι. Αποφάσισε να αφήσει τη κλάψα και πήγε να γεμίσει ένα ποτήρι κρασί ακόμα απ' το πάγκο με τα αγαθά.
Ανάμεσα σε τυριά με περίεργα ονόματα, πλαστικές ντομάτες, μικροσκοπικά ψωμιά με σαλτσοειδείς μαλακίες, ο Μπίναρης είχε καταφέρει να σαγηνεύσει την γλυκιά κοπέλα πίσω απ' το πάγκο, και έτσι γέμιζε το ποτήρι του πριν απ' όλους, προς απογοήτευση ειδικά των μερικών μπεκρόγριων που φρόντιζαν να βάζουν σε ξεχωριστά ποτήρια το κρασί και τον χυμό, χύνοντάς τον στη συνέχεια με δήθεν χάρη στο τσιμέντο, και επιστρέφοντας για άλλο κρασί.

Όσο τζάμπα και να είναι τα αγαθά, σκέφτηκε ο Μπίναρης, πρέπει κανείς να μπορεί να σαγηνεύει στιγμιαία αυτόν που τα μοιράζει. Αυτό είναι αλήθεια.

"Έχω να σε δω χρόνια! Πώς μεγάλωσες!"
"Γεια σας, κύριε Κώστα"
"Πώς τα πας στα βουνά, ε;"
"Ε, είναι αρκετά ήσυχα και..."
"Ήσυχα ε; Ήσυχα ναι. Πόσο καιρό ακόμα μέχρι να κάνεις κάποια έκθεση ατομική;"
"Ε, νας σας πω, περίπ..."
"Όχι, γιατί έχω συλλογή σπίτι μου από τοπικούς ζωγράφους. Έχω Οτινανίδη, έχω Αιδειόπουλο, έχω Κοροϊδεύη, να'χω και έναν Μπίναρη, ε, χαχαχαχαχα"
"Ναι. Χαχα. Ναι, βεβαίως."
"Πάω εγώ, να σαι καλά ε, και να μου ετοιμάσεις το πίνακα"
"Ναι, το καν..."

Έφυγε χαιρετώντας το δήμαρχο, αγνοώντας την άτυπη τελετουργία της λήξης της συνομιλίας.
Ο Μπίναρης κατέβασε το κρασί του, και προχωρώντας προς το πάγκο, σκέφτηκε, τι διάολο πήγε στραβά σε αυτή τη περιοχή; Εδώ μεγάλωσα, είπε στον εαυτό του, και τότε όλα ήταν απλά. Όχι απαραίτητα όμορφα, μα έμοιαζαν με παραμύθι, αρκετές φορές. Και κοίτα τώρα την εμποροπανήγυρη. Κουλτούρα η γυναίκα, να σπρώχνει και τον άντρα μαζί, τα παιδιά έμοιαζαν τα μόνα ειλικρινή πλάσματα, ειδικά στις μικρές ηλικίες.

"Κυρία, θα 'ηθελα λίγη γκαζόζα και λίγο χυμό για τη μικρή μου αδερφή"
"Μαμά, αυτός ο πίνακας δε μ'αρέσει".

Ποίηση στα αυτιά του Μπίναρη. "Μαμά, αυτός ο πίνακας δε μ'αρέσει". Ο απαγχωνισμός της ψευτοευγένειας. Να τι χρειαζόταν αυτό το χωριό. Αντ' αυτού, κάθε τόσο θα πλησίαζε κάποια μεσόκοπη νοικοκυρά για να του πει ότι είναι "η μάνα της Αντριάνας", και ότι οι πίνακες της άρεσαν επειδή έβγαζαν ένα άγχος. Και να προσπαθούν να τους επεξηγήσουν. Ποια είναι η Αντριάνα;
Και αλήθεια, πού είναι το κρασί;

Ο Μπίναρης ξαναγέμισε και συνέχισε το συλλογισμό του.
Έχουμε όλοι παραδώσει θάρρος στη "Τέχνη". Έχει πάρει αέρα ο κώλος της. Η "Τέχνη" είναι η Θεά της Γης των Κελτών. Τότε, δεν έπρεπε να της πας εναντίων. Έκανες όλα τα τσαλίμια της και αυτή σε έστεφε τον Κερασφόρο Θεό της, μέχρι να σε βαρεθεί και να σε αλλάξει με κάποιον ποιο τσαχπίνη. Πλέον έπρεπε να παρθούν αποφάσεις. Τη Τέχνη την καλομάθαμε εμείς. Και ιδιαίτερα οι Τουρίστες των Νησίδων της. Αυτοί που πρέπει να μιλήσουν σώνει και καλά. Που νιώθουν υποχρεωμένοι να τιμήσουν κάτι που δε κατανοούν, ή που δε τους μιλάει, εν τέλει.

Α, ο Μπίναρης είχε έτοιμο το "Μανιφέστο για την Αποκαθήλωση της Τέχνης" στο μυαλό του. Συνέχισε πίνοντας το κρασί και δε χάριζε κάστανα σε κανέναν, μέσα στο μυαλό του. Φταίει η κοινωνία; Φταίνε οι συνθήκες διαβίωσης; Φταίει το lifestyle; Κούφιες δικαιολογίες. Φταίει η γκλάβα του καθένα. Φταίει η οικογένεια. Φταίει το σάπιο αίμα των προγόνων που ρέει μέσα τους και το περνάνε στα παιδιά τους. Φταίει που κανείς δε μπορεί να προσποιηθεί καν, ότι δε γνωρίζει τα πάντα. Όλοι πρέπει να ξέρουν τα πάντα, να μιλάνε για τα πάντα, να έχουνε άποψη για πράγματα που αγνοούν. Και να ματώνουν μέσα στα πέπλα της ψευτιάς υπερασπιζόμενοι μέχρι θανάτου κάτι που και οι ίδιοι ξέρουν ότι δε κατέχουν. "Κοίτα τις πρώην συμμαθήτριες μου", σκέφτηκε ο Μπίναρης. Με φορέματα και βαμμένες σα πριγκήπισσες και με τρόπους υπερήλικου γόνου οικογένειας ευγενών. Τι έγινε σε αυτό το χωριό; Πού πήγε η απλή τέχνη του "Δε γαμιέται";
"Αηδίασα", σκέφτηκε ο Μπίναρης και δε ξαναγέμισε το ποτήρι κρασί. "Αηδίασα, διότι δε μπορώ να προσφέρω λύση σε κάτι, παρά μόνο να γκρινιάζω για αυτά. Αηδίασα, διότι είμαι σε ένα λάκκο εντυπώσεων. Έχω κάνει άσχημες δουλειές σκύλου παλαιότερα, έχω βγάλει τη μέση μου και έχω πασαλειφτεί πολλά πρωινά στης 6 το πρωί με μπογιά βάφοντας σκάλες, και έχω λάβει ελάχιστα χρήματα απ' αυτά, και τώρα μπορεί να πουλήσω ένα αποτέλεσμα ιδρώτα μεγαλύτερου απ' όλες αυτές τις δουλειές μαζί, αποτυπωμένο σε χαρτί, σε μια τιμή που με βγάζει ασπροπρόσωπο, μα είναι πολύ πιο δύσκολο, πολύ πιο ψυχοφθόρο, πολύ άτιμο και ηλίθιο και θέλω να φύγω από εδώ".

Αφησε το ποτήρι άδειο σε ένα τραπέζι
μιας γερομπεκρούς
έστριψε αριστερά, βρήκε τη γκόμενά του,
τη φίλησε στο μάγουλο
πιο ειλικρινά από πολλές προηγούμενες φορές
και της ζήτησε να μπουν στο αμάξι της
και να τον οδηγήσει
μακριά από εκεί.
Στο δρόμο μερικές λάμπες είχαν καεί
ο κόσμος σερνόταν στο πεζοδρόμιο σα σαλιγκάρια
η ώρα έμενε ακίνητη στο μηδέν
και η μάνα της Αντριάνας
προσπαθούσε να ανοίξει το αμάξι της
παρκαρισμένο στην πιο
περήφανη
και ζηλευτή θέση
που μπορούσε να έχει
ένα πάρκιν.

Τρίτη 13 Ιουλίου 2010

Zos.


Το πρώτο και τελευταίο ξύπνημα που θυμόταν τούτο το βρώμικο σαρκίο το κεντημένο με τρίχες και ουλές, θα το έβρισκε να αιωρείται σε ημικωματώδη κατάσταση, με σφήνες από εικονογραφημένα σωματίδια να παίρνουν τη θέση των πρώιμων homunculi και των βισώνων που αυτά κυνηγάνε ατέρμονα, στη σκοτεινιά των αχαρτογράφητων σπηλαίων του μυαλού του, και έτοιμο να αδειάσει έναν οριστικώς και αμετακλήτως ανίερο Γάγγη στα κεχριμπαρένια πλακάκια του δαπέδου. Τίποτε περίεργο ως εδώ- τούτο το σαρκίο το προαναφερθές ένιωθε έτσι από τότε που γεννήθηκε (λαμβάνοντας και αυθαίρετα τον τίτλο του "άντρακλα απ' τη μήτρα κιόλας"), το περίεργο ήταν το ότι δε θυμόταν τίποτα. Ούτε το όνομά του. Το σαρκίο εξέτασε το χώρο, μόλις τα μάτια του ξεθόλωσαν, μα τίποτα δεν έμοιαζε να αποτελεί στοιχείο αναγνώρισης του κάτι, του ελάχιστου έστω. Ένας μακρύς διάδρομος, αυτός βασίλευε στις άκρες της καθεμιάς του κόρης, στολισμένος μάλιστα με πλαστικές μινιατούρες από ελέφαντες με σώμα ανθρώπινο και ελαφρώς παχύσαρκο, οι προβοσκίδες μοιάζαν να λάμπουν πράσινες και το σώμα πορτοκαλί. Με ένα πρόχειρο υπολογισμό, απ' αυτούς της στιγμής που αναγάγουν τη στιγμή σε κάτι βαθύτερο από απλά το γιουσουφάκι του εδώ, ο διάδρομος φάνταζε άπειρος- χανόταν στον ορίζοντα, και ο ορίζοντας ο ίδιος δε σου'δινε και την καλύτερη εντύπωση, κατέληγε στην πιο ασήμαντη κουκίδα άμμου στην έρημο της αντίληψης και σχεδόν σε προκαλούσε περιπαικτικά να τον διασχίσεις, μόνο και μόνο για να πεθάνεις από ασιτία, σκελετός ως λάβαρο του υποχόνδριου στομάχου ενός Ουροβόρου από τσιμέντο. Όλα αυτά έκαναν το σαρκίο να μπερδευτεί περαιτέρω, τόσο, ώστε να χαμηλώσει το κεφάλι και να προσπαθήσει να σβήσει όλες τις εικόνες απ' το μυαλό του.

Μα, με τι να τις αντικαταστήσει,
όταν στο μυαλό του βασίλευε η
απόλυτη νυχτιά;

Το μάτι του έπεσε στα ρούχα του, τα οποία ρούχα είχαν φορέσει το μανδύα της "στολής". Στολής φυλακής κατά προσέγγιση, αν μπορεί κανείς να το θέσει έτσι. Κόκκινες ρήγες επιβαλλόμενες σε πυτζαμοειδή συμπλέγματα, δίχως τσέπες, δίχως δηλαδή το προνόμιο της συλλογής προσωπικών αντικειμένων, κατ' επέκτασην και του δικαιώματος κατοχής προσωπικότητας. Στο κέντρο της μπλούζας, ραμμένη μια καρτέλα, υποταγμένη στο κάτασπρο του χτες, με έναν αριθμό χτυπημένο πάνω της με φρέσκο μελάνι: 23.

Το σαρκίο πλέον ήταν ο Αριθμός 23, και δεν ήξερε αν θα'πρεπε να χαρεί με την απόκτηση αυτή της κάποιας ταυτότητας, ή να βουτήξει βαθύτερα στο πηγάδι της απογοήτευσης, μιας και η ταυτότητα αυτή η προσφερόμενη, εν τέλει τον απομάκρυνε όλο και περισσότερο απ' την "ταυτότητα" όπως την είχε στο μυαλό του ως σήμερα.

Αόρατες ντουντούκες, απροσδιόριστων συντεταγμένων, άρχισαν να φτύνουν στίχους από Μπλέικ και να αναπαραγάγουν περίεργους διαλόγους, σχεδόν μελοποιημένους σε σημεία, βγαλμένους λες από φτηνά κόμιξ. Οι φωνές στους διαλόγους άλλαζαν σε κάθε πρόταση και είχαν κάτι απροσδιόριστα πρόστυχο στο τόνο της φωνής, όσο και λεπτεπίλεπτο στη προσεκτικότατη επιλογή των λέξεων που καταχράσσονταν. Πρόσκληση για τσάι από ταξιτζή σε μποτιλιάρισμα, η μόνη διαπίστωση, ο Αριθμός 23 πρόσφερε στον εαυτό του το 1/2 από ένα χαμόγελο, για πρώτη φορά από τότε που πρωτοξύπνησε, ή κοιμήθηκε για τελευαία φορά. Άρχισε να σκέφτεται το ενδεχόμενο να διασχίσει το διάδρομο, όσο αποκρουστικό και να του φάνταζε να χαθεί στο τίποτα, ακούγοντας ταυτόχρονα για τον Ρίντρα που βρυχάται και το πώς τα μπουρδέλα φτιάχτηκαν από τα τούβλα της θρησκείας- μα δε χρειάστηκε να ζορίσει το μυαλό του άλλο, καθώς πριν προλάβει να αποφασίσει πώς και αν θα κινηθεί, απ' το πουθενά δυο φιγούρες με μπλε στολή και παράσημα εμφανίστηκαν και τον άρπαξαν σιωπηλά απ' τους ώμους, ένα χέρι ο καθείς. Ο Αριθμός 23 κατά κάποιον τρόπο γνώριζε ότι δε θα κέρδιζε κάτι με το να προβάλλει την οποιαδήποτε αντίσταση, με το δεδομένο ότι και η παραμικρή λέξη, ο πιο τιποτένιος ψίθυρος, θα εκλαμβανόταν ως αντίσταση κατά της φαινομενικής αυτής Αρχής, έμενε σιωπηλός παρατηρώντας τις δυο αυτές φιγούρες να τον μεταφέρουν προς το άγνωστο. Ο ένας είχε χλωμή επιδερμίδα και ήταν ξανθός, ο δεύτερος ήταν μαύρος και είχε επίσης μαύρα μαλλιά. Τα χαρακτηριστικά τους ήταν θολά- η όρασή του τον εγκατέλειπε ξανά, ή όντως δεν υπήρχαν χαρακτηριστικά για να γίνουν αντιληπτά; Αυτό το οποίο, πάντως, έμοιαζε ξεκάθαρο, ήταν το ότι οι στολές φάνταζαν φτωχικές, ακόμα και στο πιο φτηνό μάτι, και ότι τα "παράσημα" πλέον δέσποζαν σα το σκουριασμένο Τίποτα, δεμένα λες με σπάγγους, απ' τον πιο αδιάφορο ράπτη του τέλους του σύμπαντος.

Στο μυαλό του Αριθμού 23 ήρθε η Opera Buffa και ο συσχετισμός του επέτρεψε να προσφέρει στον εαυτό του άλλο 1/2 χαμόγελου, καθώς μεταφερόταν παρά τη θέλησή του στη Κοιλιά ενός ίσως Εικονικού Μολώχ.

Ένα μαύρο τίποτα.
Εικόνες από αλυσίδες από ζερό.
Ένα αυγό στο κέντρο,
σαν παραπληγική σπίθα από ακόνισμα τσακμακόπετρων
και ιδού!

Ένα σαλόνι. Σάλα, για την ακρίβεια, ταυτόχρονα απέραντη και μηδαμινή, διακοσμημένη με μοτίβα που έφερναν στο μυαλό τσαπατσούλικα σχεδιασμένες εικόνες από ρόδα και ξίφη διαφορετικών χρωμάτων. Ένα τεράστιο ψηφιδωτό δίχως πολύχρωμες πετρούλες, βαμμένο απ' την ίδια του την αυταρέσκεια.

Οι φιγούρες προσγείωσαν τον Αριθμό 23 σε ένα τεράστιο τραπέζι με πέντε γωνίες. Κοίταξε σχεδόν μαστουρωμένα τριγίρω του- τρεις με τέσσερις τύποι έμοιαζαν να αχνοφαίνονται γενικώς, όχι μόνο τα χαρακτηριστικά τους μα και όλη τους η υπόσταση έμοιαζε να εξαρτάται από έναν αόρατο κούκο σε κάποιο σκονισμένο ρολόι/αντίκα, χαμένο στην εξώσφαιρα, και κάθε φορά που ο κούκος εμφανιζόταν σκούζοντας, σκουντώντας τις άβολες πόρτες του "ακριβώς!", οι φιγούρες τρεμόπαιζαν, εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, γεγονός που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην παραίτηση του Αριθμού 23 απ' τι διαδικασία αναγνώρισής τους.

"Χέστηκα να τους δώσω υπόσταση"
ψέλλισε
και παρατήρησε ταυτόχρονα ότι αυτή
ήταν και
η πρώτη του φράση ως τώρα.

Οι 2 Αρχές κάθισαν δίπλα του, ο ένας αριστερά και ο άλλος δεξιά. Πριν προλάβουν να περάσουν ούτε 5 δεύτερα απ' τη στιγμή που άρχισαν να τον κοιτούν έντονα στα μάτια με τα μη-χαρακτηριστικά τους, ο χλωμός Αρχής του γράπωσε το κεφάλι ((κάνοντας τον Αριθμό 23 ταυτόχρονα να συνειδητοποιήσει ότι δεν έχει μαλλιά, πιθανώς ξυρισμένα άτσαλα και βίαια)) και το κατέβασε με δύναμη στο έδαφος. Ο Αριθμός 23 άρχισε να ζαλίζεται ξανά- η πίεσή του, θαρρείς, έγινε βουνό του Ρενέ Ντομάλ, οι δε φλέβες στους λιγοστούς εμφανείς του μύες φούσκωσαν γεμίζοντας με αίμα, απότομα. Έμοιαζε λες και πέρασαν χρόνια, δεκαετίες, αιώνες, καθώς η ατσαλένια χείρα του χλωμού αυτού τύπου κρατούσε τον Αριθμό 23 απ' το κεφάλι, στη στάση της στρουθοκαμήλου, αλλά απ' όσα είχε δει ως τώρα, ο Αριθμός 23 δε θα ορκιζόταν ότι δε πέρασαν απλά άλλα 5 δεύτερα.

Ένα μαύρο τίποτα.
Εικόνες από μια αλυσίδα από ζερό.
Ένα αυγό στο κέντρο,
σα παραπληγική σπίθα από ακόνισμα τσακμακόπετρων
και ιδού!

Το κεφάλι ορθώθηκε.
Η αίσθηση ήταν διαφορετική. Ναι. Όχι. Έμοιαζε με κείνες τις στιγμές σπάνιας έκλαμψης, που μπορούσες να μαντέψεις, ανάμεσα σε δύο χαρτόκουτα φασκιωμένα με χαρτοταινία, άρα απαράβατα, ποιο είναι γεμάτο σβώλους χρυσού και ποιο γεμάτο με ζεματιστά σκατά. Το κουτί έμοιαζε ίδιο, το εσωτερικό άλλαζε, μα ήταν τέτοια η φύση της διαφοράς αυτής στο περιεχόμενο, που εν τέλει στιγμάτιζε αόρατα και το φλοιό, το δέρμα του εγκυμονούντος σώματος.

Ο Αριθμός 23 επανέλαβε το τελετουργικό του κοιτάζειν τριγύρω. Οι 2 Αρχές δίπλα του, αριστερά και δεξιά, είχαν αποκτήσει υπόσταση στις μάπες τους. Μα τα νεοανακαλυφθέντα χαρακτηριστικά του προσώπου τους, έμοιαζαν τόσο αδιάφορα, τόσο γενικευμένα, που παρέμεναν ομιχλώδη και απροσδιόριστα, αλλά απ' την άλλη πλευρά του νομίσματος.

Τον κοιτούσαν έντονα, μπορούσε να το καταλάβει. Ο χλωμός τύπος έβγαλε απ' τη τσέπη του ένα καραφάκι κρασί και του το πρόσφερε. Ο Αριθμός 23 ήπιε διστακτικά. Ο μάυρος, πλησίασε το πρόσωπό του με το δικό του και τον φίλησε στο στόμα. Ο Αριθμός 23 δε τραβήχτηκε καν απ' αυτή την άλλοτε αφορμή για ακόνισμα ξιγολόγχης, διότι, παρόλη την απουσία καθρεφτών ή αντανακλάσεων εν γένει απ' αυτό το κατ' ευφημισμόν σωφρονιστικό οικισμό, ήξερε βαθιά μέσα του ότι φόραγε το δέρμα της Γυνής. Επέλεξε τυχαία, μα τόσο αστραπιαία ταυτόχρονα και με τόση σιγουριά που το τυχαία ξαναεφηύρε τον εαυτό του, ότι το χρώμα της πλέον ήταν το Κίτρινο και αυτό και το όνομά της. Αφουγκράστηκε το σώμα της- δυο στήθη γυναικεία στέκαν κορδωμένα εκεί που πριν απλά κρύβονταν δυο ρώγες ανάμεσα σε τρίχες, τα πόδια του είχαν την υφή του γυαλιού εξευγενισμένα περιποιημένου, το πρόσωπό του τη φρεσκάδα του βούτυρου- όσο για το τι δέσποζε ανάμεσα απ' τα πόδια του, αυτό τον έπεισε πλήρως για τη νέα του σάρκινη ενδυμασία.Το κεφάλι του πάντως, συνέχιζε να μένει απογυμνωμένο από τρίχες, και σχεδόν απογοητεύτηκε η ταπεινή Κίτρινο με αυτή τη λεπτομέρεια.

Οι Αρχές πλέον τη φλέρταραν ανοιχτά, ασύστολα, χυδαία. Την έτριβαν παντού με δάχτυλα γυαλόχαρτου, της μύριζαν και της δάγκωναν το λαιμό, της φιλούσαν και της έγλυφαν τη φαλάκρα. Τότε ήταν που σκέφτηκε ότι, αν υπήρχε ακόμα η έννοια της απόδρασης, επιζήσα από διαβολική τύχη μέσα απ' το τσουνάμι των πτωμάτων της Λογικής, θα'πρεπε να την εκμεταλλευτεί όσο γίνεται.

Η Κίτρινο έμοιαζε να είναι ακόμα πιο τυχερή απ' ότι νόμιζε, όταν ο μαύρος Αρχής σκέφτηκε ότι υπάρχει μια πόρτα δίπλα του, και αυτή απλά εμφανίστηκε. Ο μαύρος Αρχής την άνοιξε και βγήκε. Ο χλωμός Αρχής ήταν άφαντος- εξαφανισμένος απροσδιόριστα σα τη τελευταία σταγόνα του φθινοπώρου. Η Κίτρινο παρατήρησε τη σπάνια αυτή ευκαιρία, η οποία έμοιαζε να γέννησε τον εαυτό της απ' την ίδια της τη λαχτάρα για να δραπετεύσει. Σηκώθηκε όρθια, και τα μπούτια της έμοιαζαν δυνατά σα κορμοί δέντρων, τα δόντιας της χτυπούσαν το ένα με το άλλο με τη βουβή λαχτάρα του ιχθύ να συνεχίσει να αποφεύγει το αγκίστρι. Ψηλάφισε τη πόρτα, για να δεχτεί πλήρως ότι είναι αληθινή, στα μάτια της. Έμοιαζε να είναι. Μια πρώτη εξερεύνηση του φαινομενικά εξωτερικού χώρου φανέρωσε ακόμα ένα μακρύ, εκ πρώτης όψεος χαμένου στο άπειρο διαδρόμου, αυτή τη φορά πασπαλισμένου με χώμα, πέτρες και ανώριμα δεντρίλια. Η Κίτρινο ένιωσε την ανάγκη να κλάψει και να γελάσει ταυτόχρονα, μα το απέφυγε, και η αποφυγή αυτή ήταν το κλειδί που έκανε τη πόρτα να οδηγεί πλέον σε έναν ωκεανό από παράσιτα , ίδια με της χαλασμένης κεραίας σε παρακμιακά τηλεοπτικά κανάλια, συνοδευόμενα από το βούσιμα του ανέμου ενάντια σε αυτό των κηφήνων ξεχασμένων κυψελών, χαμένα παράσιτα σε έναν ωκεανό από αποχρώσεις του γκρι που δεν έχουν, και δε θα μπορούσαν να έχουν, σαφή περιγραφή ή καν όνομα.

"Ασημένια θάλασσα, όχι γκρίζα"
ψέλλισε
και παρατήρησε ταυτόχρονα ότι αυτή
ήταν και
η δεύτερή της φράση ως τώρα.

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

Δυο τραγούδια για τη Μπαστ


I.
Μαθήματα νεοαιλουρικών

Πέραν απ' το σόι μου
και τη γειτονιά που μεγάλωσα
οι γάτες μου
ήταν ένα μεγάλο μάθημα πάντα
στο πώς η ζωή
μπορεί να κάνει κύκλους
και ενίοτε παρατηρείς
και τις σπείρες
που χτίζει
όταν έχει κέφια:

το μεγαλύτερο όμως μάθημα
που έλαβα από δαύτες
έκτός του να κοιμάμαι και να τρώω
όσο πιο πολύ γίνεται όταν μπορώ,
είναι ότι
όσο και να πας να πείσεις
ότι είσαι κάτι ιδιαίτερο
πάντα κάποιος
θα τρίβεται και γλύφεται
με περισσότερο πάθος
από σένα
και θα φάει εν τέλει
όλη τη γατοτροφή
και θα κοιμηθεί εν τέλει
σε απαλότερο πάπλωμα.


ΙΙ
Ηρεμία.

Έχετε κυνηγήσει ποτέ σας γατα;

Στην αρχή
κάνει το κορόιδο
κοιτάει με αυτά τα πανικόβλητα μάτια
τρέχει άτσαλα
χοροπηδάει εμπόδια
μετά
όταν παγιδευτεί σε μικρότερη περιοχή
μπαίνει κάτω από αμάξια
ή στενά έπιπλα
και συνεχίζει να το παίζει πανικόβλητη

Μα όταν στριμωχτεί για τα καλά
στο τοίχο
τότε τα μάτια της γίνονται κεχριμπάρια
που καίνε ολόκληρα χωράφια με σπαρτά,
τα νύχια της μαχαίρια έτοιμα να
σφάξουν τη πλάση όλη
το δέρμα της εκτοξεύεται στον ουρανό
με τη πικρή γεύση του καρκίνου.

"Μείνετε μακριά"
μοιάζει να λέει,
"απ' την ησυχία αυτού
που δε ταράζει την ησυχία
του Σύμπαντος
του ίδιου".

Δυο τραγούδια για το τσιμέντο


Ι.
Ρωζ και να λάμπει.

Το παλιό σπίτι του Σωτήρη
ήταν δίπλα απ' τα μπουρδέλα
με τις ρωζ πινακίδες τους
να τραβάνε το μάτι
σα το τύπο με το σουραύλι
απ' το Χάμελιν.

Το νέο σπίτι του Σωτήρη
είναι ακριβώς δίπλα στα μπουρδέλα
περικυκλωμένο απ' τις ίδιες ρωζ πινακίδες
και τις σκάλες και τις πουτάνες
που μελαγχολικά περπατάνε
το μακρύ δρόμο για το κάποιο σπίτι.

Χαίρομαι που μερικά πράγματα
μένουν σταθερά
και ανίκητα.

ΙΙ.
Φαντομάς.

Ο Σωτήρης έχει
μια υπερβολικά μικρή
τηλεόραση

μια φτηνιάρικη κεραία
για να πιάνει
τα κανάλια

χειροποίητο δήθεν
έπιπλο με συρτάρια
για να ακουμπάει την τηλεόραση

έναν ανεμιστήρα για
την υπεράνω ανοχής πλέον
ζέστη της τσιμεντούπολης.

Η σκια όλων αυτών των επίπλων μαζί
σχηματίζει στο τοίχο μια ανθρώπινη φιγούρα
αν έχεις φαντασία
ή αρκετή μπύρα.

Ωραίο ακόνισμα φαντασίας
μα τι να το κάνεις
όταν

η υπερβολικά μικρή οθόνη
της τηελόρασης
σε τυφλώνει

η φτηνιάρα κεραία
κουνιέται συνέχεια
και σε εκνευρίζει

το χειροποίητο έπιπλο
μένει στην ίδια γωνία
άκομψο και άβολο

και ο ανεμιστήρας
ω, ο ανεμιστήρας
κάνει τα δάχτυλα να πονάνε
απ' το συνεχές
γρατζούνισμα του αναπτήρα
μιας και σβήνει
τα στριφτά μας τσιγάρα
συνέχεια.

Σκέψη πριν τη τελευταία βουτιά


Ό,τι πιο ειλικρινές μου κατεβαίνει στη γκλάβα να γράψω
με δεδομένο πάντα
ότι φοβάμαι τους ανθρώπους απίστευτα, σχεδόν ανθυγιεινά
όλους σας, όλους μας:

παίξε με τις λέξεις
διάβασε μαλάκες
υπέρογκης ποιότητας,
θρυλικούς
και μη σε νοιάζει η εποχή
ούτε με το τι "θα μοιάσεις"

αν η εποχή μας
είναι όντως νεκρή
είναι υποχρέωσή μας
να τη πιάσουμε απ' τα μαλλιά
και να τη σύρουμε στα ίδια της
τα βρώμικα σαλώνια
και τις πεντακάθαρες αλάνες
να αντικαταστήσουμε το ψεύδος
με δικό μας, πιο περίτεχνο
κει που οι άλλοι διαλύουνε
να φτιάξουμε,
κει που οι άλλοι
κάνουν μεταγγίσεις αίματος
να ματώσουμε
κει που οι άλλοι
παίζουν ζάρια με την αιωνιότητα
να ψοφήσουμε

να φτιάξουμε
με λίγη ειλικρίνεια

και τότε θαρρώ πως
θα αναπνέεις σα γεράκι
δίχως ουρανό
θα γελάς σα ζογκλερ
δίχως κοινό
θα ξέρεις πως κάθε κίνηση
του δέρματος
σημαίνει κάτι παραπάνω
απ' την απλή
συνειδητοποίηση
του ότι'
είσαι και σήμερα
ζωντανός.

Γκιλγκαμές με αντζούγιες, χωρις ντομάτα


Ήταν πανέμορφα στη παλιά μας γειτονιά
η λεσβία γύφτισσα
καβάλαγε μηχανάρες και ντυνόραν με δερμάτινα
γάμαγε μια πλούσια τύπισσα, λένε
και τα κονόμαγε κανονικά και με το νόμο.
μια ντουζίνα τρομακτικές γεροντοκόρες
ντυμμένες στα μαύρα και βλοσυρές
στο κήπος τους είχαν ένα τεράστιο κορμό δέντρου κομμένο
με εξίταρε φοβερά μιας και ήταν σα σκαμνάκι.
ο νεαρός παραδίπλα που ήταν καθυστερημένος
δυστυχισμένος μια ολόκληρη ζωή διότι η συνείδηση υπήρχε ακόμα
το πρώτο μου μάθημα από μικρός
ότι τίποτα δε χαρίζεται, και τίποτα δεν είναι δίκαιο.
η πόρνη με τα 2 της παιδιά
έπαιζα με το γιο της στο σπίτι τους
και μπαίνανε οι ναύτες
και τότε μας κλείδωνε στο μπαλκονια για να γαμηθεί.
μεις βαριόμασταν
πηδάγαμε το μπαλκόνι
φτάναμε στη παραλία
και προσπαθούσαμε
να φτιάξουμε δικούς μας πλανήτες
από το αλάτι της θάλασσας.

Δεν έχει σημασία
αν από τότε μέχρι σήμερα
η επαφή με το σόι μου
έγινε επαφή φιλικού επισκέπτη
που μένει στο ξενώνα-
τότε, αν μη τι άλλο,
ζούσαμε πιο φτωχά
μα υπέροχα
σε εμπειρίες!

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Θες κι εσύ;


Στρατιές από κουνούπια και ο λογάριθμος ο ίδιος αριστερά και δεξιά του ποτηριού και στη μέση ακριβώς της μαγικής στιγμής εκείνης που με θάρρος θα αναφωνήσεις ότι έσχισες τον αέρα στα δύο μα τριαδικά μέσα στο τετραγράμματο, ταυτόχρονα, δε, θα προτρέψεις και οποιονδήποτε άλλο να κουνήσει συγκαταβατικά το κεφάλι, με τη περηφάνεια του λιονταριού, του τεμπέλη με την μαεστρία στο να εξολοθρεύει πανίδες ολόκληρες όταν αποφασίσει πως η απραξία αν αφεθεί ελεύθερη για παραπάνω απ' το συνειδητό, σφηνώνεται μέσα στο κρέας των νυχιών ή στο ενδιάμεσο των βλεφαρίδων και της κόρης σα κομμάτι σίδερου, παρασυρμένου απ' τον ίδιο αέρα που έσχισες στα δύο πιο πριν με τα ίδια σου τα νύχια.

Κρυφακούγεται μεταξύ των Νεο-Ζεν Πραγματιστών μια από κείνες τις παραβολές της αποτυχίας που ψιθυρίζει ή μάλλον κομπάζει απόλυτη επιτυχία πάνω στο τίποτα μόνο και μόνο όταν έρθει η κατανόηση του ότι ρωτώντας για το τώρα πάνω στο αν κατάφερες να γραπώσεις τη ζωή, απομακρύνεσαι ολοένα και περισσότερο απ' το αρχικό στάδιο της συνειδητοποίησης του ότι το Παν απαιτεί Πράξη και όχι στείρα Γνώση ή ευνουχισμένη Λογική: ο εγγονός είναι στο αμάξι με τον παππού του, ο παππούς οδηγάει, ο εγγονός λέει στο παππού του, "Παππού, παππού, πονάει η κοιλιά μου", ο παππούς λέει, "Ε κλάσε να σου περάσει", ο εγγονός κλάνει, ο παππούς οδηγάει, ο εγγονός ξαναπαραπονιέται, "Παππού, παππού, ακόμα πονάει η κοιλιά μου", ο παππούς επαναλμβάνει στον εγγονό, "Κλάσε κι άλλο και θα σου περάσει", ο εγγονός ξανακλάνει, ο παππούς οδηγάει, ο εγγονός λειτουργεί κυκλικά και λέει, "Παππού, παππού, πονάω ακόμα", ο παππούς λέει, "Κλάσε, κλάσε, θα σου περάσει", ο εγγονός ξανακλάνει, ο παππούς οδηγάει, ο εγγονός γαληνεύει και λέει, "Παππού, μου πέρασε", ο παππούς οδηγάει και κουνάει ευχαριστημένα το κεφάλι του, ο εγγονός όμως συνεχίζει, "Παππού, να σου πω όμως κάτι;", ο παππούς αποκρίνεται, "Τι θες τώρα", ο εγγονός λέει, "Παππού, νομίζω πως χέστηκα πάνω μου".

Πλανάται στον αέρα η πεποίθηση πως η υπερεξουσία της ερευνας στα φυσικά φαινόμενα είναι οι Σάλπιγγες της Ιεριχούς ενάντια στα τείχη της ομιχλώδους αντίληψης και πως η σχεδόν παιδαριώδης για κάποιους πεποίθηση πως όλα επικοινωνούν μέσω αναμνήσεων του εξελικτικού σταδίου του βρωμερού θηλαστικού (εμάς) και της πρωτόλειας διερεύνησης απλών φαινομένων όπως μια στάλα βροχής στο κούτελο, πως αυτά αναπαριστούν τη δαμόκλειο σπάθη που εμποδίζει το χώρο να ανοιχτεί και το χρόνο να περάσει- "μαλακίες!", λέμε μεις που ο χώρος τρεμοπαίζει τις περισσότερες φορές σαν ετοιμοθάνατο κερί και που ο χρόνος είναι απών μέσω της τρομακτικής του επιβολής στο κυκλικό χορό του θανάτου που μας προτείνει τις νυχτιές, σχεδόν παρόμοιος με τις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες. Θα'πρεπε να υπάρχει κάτι περισσότερο από τη γιγάντωση του τσιμέντου και τη δολοφονία της φαντασίας. Θέλω να δω αλάνες, γειτονιές, να αποκτούν συνείδηση ξαφνικά, μια σκοτεινιασμένη Δευτέρα, να μένουν έγγυες από τα ίδια τα σκουπίδια που τους επιβάλλαμε, σκουπίδια όπως η επιβολή της αντιληπτικής σταθεράς στα μέτρα και σταθμά τρίτων ή το μεροδούλι της γυφτιάς συνειδήσεων, να γκαστρώνονται από το χάλκινο κύπελλο με το οποίο ποτίσαμε τα θεμέλια της οικογένειας με κανόνες, αρχές και "πρέπει", και να ανοίγονται μόνες τους- κατά βούληση. Θέλω να γνωρίσω ένα μικρό παιδί που να κοιτάζει τα αστέρια με πράσινα μάτια και να μου ψιθυρίζει στο αυτί ότι αυτά είναι ασημένιες καρφίτσες στη σάρκα της νυχτιάς. Θέλω να γνωρίσω έναν ταξιδιώτη που να αναζητά πόλεις που δεν υπήρξαν ποτέ, νησιά που καμία θάλασσα δε γέννησε ποτέ, βουνά που ούτε ο Ρενέ Ντομάλ δε σκαρφίστηκε όσο πρόλαβε να ζήσει.

Θέλω να τσιμπήσω τον Αρποκράτη με δύναμη στο χέρι, και αυτός να συνεχίσει να μου γνέφει για να σωπάσω, και να τον τσιμπάω, και να τον τσιμπάω, και να τον τσιμπάω γελώντας ακατάπαυστα, πιωμένος.

Θέλω να βυζάξω ρώγες που δε βύζαξα ποτέ, να χαϊδέψω ζεστά, υγρά αιδεία που μόνο ονειρεύτηκα, να φέγγουν με γαλάζιες αποχρώσεις κάτω απ' το φεγγάρι της ερήμου και να είμαι απλά ένα ταπεινό, μικροσκοπικό τσακάλι μπρος τους.

Θέλω να πιω μέχρι να πονέσω ολόκληρος, να βρίζω τον εαυτό μου για μήνες και μόλις τα χέρια σταματήσουνε να τρέμουνε και τα πόδια με ξαναβαστήξουνε να συνεχίσω, να κάνω κωλοδάχτυλο στον Ουροβόρο και να προσποιηθώ ότι δε με νοιάζει που δάυτος θα με καρφώνει με τα φιδίσια μάτια του, κάνοντας τσιμπούκι στην ουρά του την ίδια στιγμή.

Θέλω να δω, τέλος, πώς θα είναι το τελευταίο ποτήρι στην πιο απομακρυσμένη γωνιά του σύμπαντος, το τελευταίο ποτήρι απ' τη βότκα που θα αφιερώσει κάποιος τρίτος, άγνωστος σε μένα, σε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο, που εγώ δε θα χω γνωρίσει ποτέ, και πίνοντας το ποτό αυτό, να κατανοήσω το ότι τον γνώριζα πάντα πριν καν πεταχτώ από κάποια μήτρα. Κάπου, κάποτε.