Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Σεντούκια μας.


Κάποια στιγμή, έχεις ανάγκη ένα reboot, λένε. Να αδειάσεις το κεφάλι σου από οτιδήποτε μέχρι και χτες σου χάραζε το μάγουλο σα λαμαρίνα, να επαναφορτίσεις τις μπαταρίες, να ξαναχαρείς το ότι έχεις αρκετούς στόχους πρόχειρους, ώστε να σε κρατήσουν σε εγρήγορση για όσο θεωρήσεις ότι αντέχεις ακόμα.

Κάποιες σπανιότερες φορές, βέβαια, ξυπνάς ένα πρωί και νιώθεις ελαφρύτερος. Και πάλι κάτι δε πάει καλά. Ελαφρύτερος, όχι από έγνοιες και σκοτούρες. Περισσότερο σαν το να ανοίγεις τρύπα κατά λάθος στο τελευταίο βαρέλι που έχεις με νερό, ταξιδεύοντας με καραβάνια προς τα Γόμορρα. Μια σπάνια, ειλικρινέστατη, αλλά ταυτόχρονα σοκαριστική διαπίστωση: έχεις χάσει τις φαντασιώσεις σου για το μέλλον.

Όλοι μας έχουμε ένα κουτάκι στο πίσω μέρος του μυαλού μας. Στο πιο απόμακρο δηλαδή σημείο αντίληψης του είναι μας. Θαμμένο στο πιο βαθύ πηγάδι μιας πρασινωπής ερήμου, στη μέση του τίποτα, δίχως μέρα και νύχτα. Αυτό το κουτάκι το γεμίζουμε από πιτσιρίκια με προσμονές. "Όνειρα". "Καύλες". "Ουτοπίες". Το έχετε νιώσει. Τη λεπτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ του απαραίτητου ρεαλισμού/κυνισμού και της αχαλίνωτης απαίτησης της φαντασίας για προσωπική ανύψωση. Τα μικρά μας σινιάλα, τα μικρά μας μεγαλεία όπως θέλω να τα αποκαλώ. Το ότι κάποτε θα καταφέρεις να κάνεις κάτι...οτιδήποτε, ΜΕΓΑΛΟ. Το ότι θα σε θυμούνται μετά το θάνατό σου με μεγάλα, "παχιά" κολακευτικά σχόλια για τη πάρτη σου, λόγω του έργου σου ή των πράξεών σου. Το ότι θα ζωγραφίσεις και θα φέρεις τα πάνω κάτω. Το ότι θα αφήσεις ένα συγγραφικό έργο τόσο πλούσιο και πολύτιμο, που θα σε γράψουν τα βιβλία της ιστορίας. Το ότι θα μιλήσεις σε κόσμο και θα αγγίξεις τόσες ψυχές, που ξέρεις ότι θα αναπνέουν μαζί με σένα και άλλα πόσα εκατομμύρια νοματαίοι. Οτιδήποτε. Πράγματα τα οποία αν έχεις ένα στοιχειώδες γνώθι σ'εαυτόν ξέρεις ότι δε θα καταφέρεις ποτέ, πραγματικά- αλλά είσαι απίστευτα ευτυχισμένος με το να τα φαντασιώνεσαι απλά. Με το να μπορείς να τα έχεις σα νησιδα σωτηρίας, κάθε φορά που βλέπεις ότι προστίθεται άλλο ένα τούβλο στο μαντρότοιχο που υψώνεται μπροστά σου, κάθε φορά που παρατηρείς άλλον ένα κόκκο άμμου να σκάει στη πατούρα της κλεψύδρας.

Και μια μέρα βλέπεις ότι το κουτάκι έχει αδειάσει. Ξαφνικά. Ίσως πήρε παραπάνω χρόνο απ'όσο νομίζεις, αλλά η συνειδητοποίηση σε χτυπάει σα κεραμίδα, απότομα, κοφτά. Η διαχωριστική γραμμή που λέγαμε παραπάνω, αχρηστεύεται, το αισθάνεσαι σα σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που καταπίνεις. Δεν υπάρχει τίποτα πλέον να διαχωριστεί.



Μετά το πρώτο αδέξιο ξύσιμο των χεριών και τα πρώτα άβολα λεπτά, έρχεται η τσαντίλα. ΓΙατί; Δε το προκάλεσες. Δε το ήθελες, σίγουρα όχι. Πώς να δεχτείς, αλήθεια, ήρεμα και πολιτισμένα, το γεγονός ότι από εδώ και πέρα, έχασες τη νησίδα σου; Ιδρώνεις στην ιδέα, δε θες καν να το σκέφτεσαι, αλλά για κάποιο λόγο, η σκέψη αντηχεί στ'αυτιά σου λες και στο φωνάζουν με ντουντούκα. Πεταρίζουν τα βλέφαρά σου από την ανασφάλεια, προερχόμενη από μια πραγματικότητα που τώρα νιώθεις να σε πλακώνει σα ταφόπλακα και να σου σπάει τα πλευρά. Ανάβεις τσιγάρο και το χέρι σφίγκει τον αναπτήρα σα να σφίγκει το λαιμό του χειρότερού σου εχθρού. Σκέφτεσαι τις ιστορίες μελαγχολίας και υποθαλπτόμενης αισιοδοξίας περί αγγελιοφόρων, νέα που κρατάς μέσα σου και πρέπει να διαδοθούν στα σωστά άτομα, το πρώτο φως ήλιου που είδες ποτέ από τότε που άρχισες να θυμάσαι τον εαυτό σου και σε ζέσταινε σα δεύτερη μήτρα, τις ωραίες στιγμές με διαφορετικά άτομα, και συνειδητοποιείς το πόσο μαλάκας είσαι- με μια σφαλιάρα, τα ρίχνεις όλα κάτω σα πύργο από τραπουλόχαρτα. Θέλεις να γδάρεις με μαχαίρι το δέρμα όσων αγαπάς περισσότερο, να δηλητηριάσεις το ρυάκι απ' το οποίο πίνουν νερό τα παιδιά αυτών για τους οποίους ποτέ δεν ενδιαφέρθηκες, να σπάσεις τα δάχτυλα όσων σου είπαν ποτέ "καλημέρα" τυπικά, ψυχρά, απόμακρα, για να βγάλουν την υποχρέωση- ω ναι, λες, όλοι φταίνε, και φταίνε επειδή ακριβώς δε σου έδωσαν όσα άξιζες, ώστε να συνεχίσεις να καλλιεργείς φαντασιώσεις. Η καρδιά χτυπάει γρηγορότερα, οι γροθιές σφίγκουν περισσότερο, χωρίς να το καταλάβεις φέρνεις βόλτες στο διαμέρισμα σαν εκρεμμές.



Και μετά ηρεμείς. Γαληνεύεις.
Κατανοείς την ειρωνία, το συμπαντικό ανέκδοτο. Γι'αυτό προετοιμαζόσουν από μικρός, εσύ, και όλοι όσοι περπάτησαν σε αυτή τη κωλοτρυπίδα από λάσπη, πριν από σένα, μαζί με σένα, και όσοι θα περπατήσουν μετά από σένα. Βλέπεις ότι η διαχωριστική γραμμή ίσως ήταν μια φάρσα.

Ότι δεν είσαι απαισιόδοξος για το μέλλον. Ξέρεις τι σε περιμένει και το έχεις δεχτεί, στη πραγματικότητα, εδώ και πολύ καιρό. Δε σε νοιάζει, δε σε καταθλίβει- σε συγχωρεί, και το συγχωρείς κι εσύ. Θυμάσαι το ποιος είσαι και τι θες- και θυμάσαι, μετά από καιρό, ότι το μόνο που απαιτείς από αυτή τη ζωή, είναι να μπορείς να είσαι σε θέση να αναπνέεις και να χαμογελάς μέρα με τη μέρα. Και οι γροθιές ξεσφίγκουν, και ανοίγεις τη βρύση, και δε ντρέπεσαι να παραδεχτείς ότι δάκρυσες ενώ έχεις πάρει το πιο αυθόρμητο, ειλικρινές χαμόγελο στη ζωή σου.

Διαχωρίζεις το ένα από το άλλο. Θρηνείς το ότι έχασες τη νησίδα σου- στην ουσία, την λαγνεία σου για ζωή, τη μελαγχολία για το μέλλον, όπως αρμόζει στην ηλικία σου. Πραγματικά, σε τρυπάει ακόμα στα σωθικά. Είσαι άδειος, ωραία- αλλά τουλάχιστον το ξέρεις. Και ξέρεις το γιατί. Και αναρωτιέσαι, αν υπάρχει κάτι, με το οποίο μπορείς να γεμίσεις το κενό, πλέον. Και θυμάσαι ότι έχεις την ευτυχία να επικοινωνείς με ανθρώπους που σε κάνουν να ζεσταίνεσαι μέσα σου, περισσότερο και απ'οσο μια στρατιά από ήλιους αυγουστιάτικους. Και θυμάσαι ότι έχεις την ευτυχία, έστω και για ένα λεπτό στη ζωή σου, να δεις τον εαυτό σου σα μόριο, μέσα σε μια σπείρα από καταστάσεις, να σου ανοίξουν τα μάτια διάπλατα με το πόσο υπέροχη είναι αυτή η μοναξιά- να μην αισθάνεσαι τίποτα, μόνο απόλυτη αρμονία με το όλο και το τίποτα. Να μην σκέφτεσαι για δύο και για τρεις. Να μην είσαι "ζευγάρι" με κάποιον- θεε μου, τι αστείο που φαντάζει αυτή τη στιγμή, ε; Και η λαγνεία για ζωή, αν και δεν επανεμφανίζεται, δίνει τη θέση της στη λαχτάρα να τους χωρέσεις όλους μέσα σου.

Κάθεσαι και συλλογιέσαι τα πάντα στο καναπέ σου. Και κοιτάς το μισοάδειο μπουκάλι σου. Και χαίρεσαι που δεν έπεσες στη παγίδα να το θεωρήσεις αναπληρωματικό μιας σειράς γεγονότων που όταν τα βάζεις σε σειρά, σε γονατίζουν συναισθηματικά. Και λυπάσαι που ξέρεις ότι δε θα σταματήσεις να το βάζεις στο στόμα σου, παρόλο που αυτό κάνει αρκετά αγαπημένα σου πρόσωπα, περισσότερο ή λιγότερο, να στενοχωριούνται. Αράζεις το κεφάλι σου στο καναπέ, παρατηρείς τη λάμπα στο γραφείο να κάνει τα δικά της, τα μαλακισμένα, και να αναβοσβήνει σχεδόν, κλεινεις τα μάτια και θυμάσαι πότε αισθάνθηκες πάλι πραγματικά ευτυχισμένος, στη ζωή σου.

Και θυμάσαι τότε που είχες ονειρευτεί, μαλάκα Ηλία, ότι ήσουν τσακάλι. Σε μια έρημο χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς χρόνο, νύχτα και μέρα. Και μπροστά σου χόρευε Αυτή: η Παναγία των ονείρων σου, η πανέμορφη μικρούλα με το καστανό δέρμα και τα άσπρα πέπλα, με κινήσεις αεράτες, με κινήσεις ελεύθερες, ασυγκράτητες. Αληθινές. Και συ καθόσουνα και Την παρατηρούσες, ανίκανος να κάνεις κάτι άλλο, ήσουνα απόλυτα ολοκληρωμένος, ένιωθες απόλυτα ολοκληρωμένος. Και το φεγγάρι κατέβαινε και συνομιλούσατε, ψιθυρίζατε ο ένας στο αυτί του άλλου για Αυτήν, και Αυτή συνέχιζε να χορεύει, και σεις μένατε μαλάκες.

Οπότε αναρωτιέσαι, αν τελικά, πλέον, θα την ξαναδείς στο όνειρό σου. Την έχεις δει ήδη αρκετές φορές. Σταυρώνεις τα δάχτυλά σου και εύχεσαι να μην ήταν Αυτή, η λαγνεία σου για το μέλλον, οι κρυφές σου, παιδαριώδεις, ουτοπικές, μα τόσο σημαντικές για σένα φαντασιώσεις. Διότι αν ήταν, σε εγκατέλειψε. Και αν σε εγκατέλειψε, τότε μπορείς απλά να σταματήσεις να σκέφτεσαι το οτιδήποτε, και, είτε να μουδιάσεις, ανίκανος να ξαναισθανθείς σε ένα κόσμο που ποτέ δε κατάλαβες, είτε να το πάρεις επιτέλους απόφαση και να πεθάνεις από τα ξερατά σου στον ίδιο σου τον καναπέ.

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Pipi and Bibi's: Έλα μουνί στο τόπο σου

Σας έχω ήδη σκανδαλίσει αρκετά με την Toaplan και τις ανωμαλίες της που κατ'ευφημισμόν ονομάζουμε "videogames" και στο παρελθόν (δες "Knuckle Bash"). Αλλά το να μην αναφερθείς στο σκανδαλώδες σχεδόν "Pipi and Bibi's" της ίδιας εταιρίας πάντα, αποτελεί κάτι παραπάνω από παράληψη: αιτία διαζυγίου, ευχή θανάτου, εθελούσιο αυνανισμό.

Το στήσιμο λιτό, μινιμαλιστικό. Μία πίστα, με διαβαθμίσεις στη σκηνογραφία από πολυκατοικία, ως καζίνα και φουτουριστικά κτήρια τίγκα στα τραμπολίνα, ένας ή δύο παίκτες, ο Πίπης ή ο Μπίμπης, να προσπαθούν να αποφύγουν μια κομπανία ολόκληρη από εχθρούς (μεταξύ των οποίων, τύποι που μοιάζουν με νταβατζήδες, πανκιά με κοστούμια, μπαλαρίνες-τραβεστί, και το αποκορύφωμα όλων, ένα γοριλόμορφο μπιλντέρι που όταν του επιτείθεσαι, κατεβάζει τα βρακιά του και τρώει τα πυρά στο κώλο), αμυνόμενοι μόνο με ειδικά πιστόλια-λέηζερ που "λιώνουν" τον αντίπαλο και τον ρίχνουν στο κάτω πάτωμα, και έχοντας σαν απώτερο στόχο να πυροδοτήσουν τις μπόμπες στα ειδικά δωμάτια, και στη συνέχεια να αποδράσουν και από το επίπεδο μέσω μιας εξόδου που ανοίγει εκείνη τη στιγμή.

Και φυσικά, μετά από κάθε level, γδύνεις σιγά σιγά και από μια ζωγραφισμένη γκόμενα, η οποία μετά από τέσσερις επιτυχημένες απόπειρες στις πίστες, μένει είτε γυμνή είτε όχι (αναλόγως και των bonus points που μαζεύεις), και φυσικά, με πολύχρωμα πιξέλια στο μουνί- μη μας πουν και ανώμαλους, και τα βυζιά αρκετά είναι, ε;

Βασικά, ξέρω ότι οποιαδήποτε απόπειρα επεξήγησης μέσω γραπτού λόγου περί τι ανωμαλίας διέπει αυτό το παιχνίδι, είναι όνειρο θερινής νυκτός. Οπότε σας αφήνω καβάτζα άλλη μια φωτό, και σας προτείνω, σήμερα κιόλα, να το βρείτε και να πάρουν φωτιά τα ΜΑΜέ σας.


Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2009

Γάτα


Προσπαθούσα σήμερα σουρωμένος, στο ποτάμι, να χαϊδέψω μια γάτα.
Καριόλες, παιδί μου. Το ξέρετε όλοι.
Είχα ίσως πάρει τα πάνω μου από τις επιτυχίες στο χωριό, μόνο που μες στην σούρα μου ξέχασα την σημαντική λεπτομέρεια:
στο χωριό τις ταϊζαμε.
Δω πέρα, όχι.
Οπότε, τι παίζει;
Την κοιτάω, με κοιτάει και κουλουριάζεται αναστατωμένη σε μια άκρη.
Κάνω πίσω, αράζω απέναντι στο πεζοδρόμιο.
Με κοιτάει, με κοζάρει επίμονα.
Κάνω το ίδιο, προσποιούμενος ταυτόχρονα ότι αδιαφορώ.
Περνάει κάποια ώρα.
Αρχίζει και ανοιγοκλείνει τα μάτια "νυσταγμένα"
(γάτα, ξέρετε)
η παλιοκαριόλα, τότε είναι που σε κοζάρει πραγματικά
την κοιτάω, κάνω το ίδιο για ώρα
περνάει κάποιο χρονικό διάστημα που κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, μέχρι που βαρέθηκα
και γω και αυτή
"δε γαμιέται"
κάνω ένα βήμα μπροστά, μόνο και μόνο για να τα γαμήσω όλα
αρπάζεται, πάει στο απέναντι πεζοδρόμιο
άρα κάνω και γω το ίδιο
την κοιτάω πάλι, με κοιτάει πάλι
Ε, παπάρια, νυστάζω.
Πούλο και άστηνα να αράζει.
Αυτή χάνει ζεστό χάδι περιποιημένο.
Αλλά γι'αυτό και τις γουστάρεις κιόλας τις γάτες.
Στο μουνί τους όλα.

(τη τελευταία φορά σερνόμουνα στο πεζοδρόμιο προσποιούμενος το φιλικό θηλαστικό.
Όχι ότι είναι κάποια στρατηγική αυτό βέβαια-
μαλακία είναι
αλλά πάνω στο μεθύσι, το θεωρείς και γαμώ τις προοπτικές για να εξημερώσεις γάτα.
Άκου δω τώρα μαλακίες)

Zeboim

Scars and paths towards flesh
nails in the sky forming sunrises
as the most sincere cloud of arrival
disappears,
only empty spaces remain
construction of movements once thought as "pure"

Choosing to live before you die,
and never mentioning the fact that,
once, you chose belief over satisfaction,
inside a matter of regret,
when everything around floats,
in the middle of nowhere.

Just.
Keep on.
Shouting.
Instead.
Of.
Remaining.
Pure.
In.
The face.
Of a sterile clutch.

Forming your will
to experience.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

ΤΥΠΟΙ ΜΠΕΚΡΗΔΩΝ PART 3

1)Επιχειρηματίας μπεκρής (ο οραματιστής)
------------------------------------------------
Τους ξεχωρίζεις από χιλιόμετρα, κυρίως επειδή από ένα σημείο και μετά, και ενώ έχουν καθίσει εδώ και ώρα στο μαγαζί, το μάτι σου τους πιάνει να κοιτάνε έντονα αριστέρα και δεξιά, τα δοκάρια, τα καναπέδια, το χώρο του DJ, τα ποτά. Στην αρχή, όπως είναι φυσικό, θεωρείς ότι τσεκάρουν το χώρο- μετά από λίγη ώρα όμως, και μέσα σε φάση σούρας, έχουν ήδη πιάσει κεφαλοκλείδωμα το μαγαζάτορα (ο οποίος πολύ πιθανό να ναι και αυτός σούρα) και του αναλύουν ολόκληρο επιχειρηματικό σχέδιο: θα βάλεις καναπέδες εκεί, θα τραβήξεις τους άλλους απέξω, θα το ανοίγεις το μαγαζί σα καφετέρια και το πρωί, θα βάλεις τέτοια μουσική για τέτοια ώρα... κοίτα να δεις. Σαν θεατής και ακροατής, χασμουριέσαι απ' το πρώτο λεπτό, αν τύχει να πέσεις πάνω τους. Αλλά πάντα φανταζόμουν ότι, αν είχα μαγαζί, και ο κάθε επιχειρηματίας του ζύθου ερχόταν και μου πρηζε τα παπάρια με το πώς θα έπρεπε να δουλεύω το μαγαζί μου, μάλλον θα τα'παιρνα στη κράνα. Και το πιο αστείο: οι τύποι φέρνουν τις πιο άθλιες δικαιολογίες πάντα, για να δικαιολογήσουν το οποιοδήποτε όραμά τους. Δε νομίζω να έχουν σχέση οι τεκτονικές πλάκες αν σούρθηκαν αναμεταξύ των, αγορίνα μου, με το γιατί πρέπει να επενδύσω στο να βάλω πιο παχιά μαξιλάρια στους καναπέδες.

2)Σουρεαλιστής μπεκρής (ο άρχοντας των ψευδαισθήσεων)
--------------------------------------------------------------
Γνωστότατη, υπερ-συνηθισμένη κατηγορία. Αγαπητή ίσως, μιας και, ας το παραδεχτούμε, όλοι μας στη σούρα, έχουμε την τάση να μπλέκουμε θέματα και να τα στριμοκωλιάζουμε στην άκρη της γλώσσας μέχρι να τα εκτοξεύσουμε σε ανυποψίαστους συναδέλφους αλκοολοκαταναλωτές. Αυτοί οι τύποι όμως παίρνουν χρυσό μετάλλιο άνετα. Οι συζητήσεις ξεκινούν από τους U2, πχ, μέσα σε 10 λεπτά πάνε στο 30 κόσμο, από κει στο γιατί τα αποδημητικά πουλιά πετάνε σε ομάδες και πόσο εντυπωσιακό είναι να το βλέπεις σε συννεφιασμένους ουρανούς, σε 5 λεπτά θυμάται πόσο του λείπει το παστίτσιο από το χωριο, και κλείνει με ένα μελαγχολικό μειδίαμα για τότε που πήδηξε τη κόρη του περιπτερά μέσα στα καλάμια, στο ίδιο χωριό πάντα. Δε λέω. Έχει ίσως μια ροή σκέψεων. Έχω παρατηρήσει επί του θέματος, ότι αυτό είναι μια τέχνη που δε κατέχει ο κάθε μπεκρής. Υπάρχουν πολλοί πχ, που λένε ό,τι έχουν να πουν, μένουν σιωπηλοί όσο τους μιλάει ο άλλος σκεπτόμενοι ό,τι μαλακία θες μέσα στο καζάνι τους, και απαντάνε με αλλαγή 180 μοιρών στη συζήτηση. Αλλά όχι- οι συγκεκριμένοι φίλε κρατάνε τουλάχιστον τα προσχήματα- είναι πώς σου σκάει το κάθε ερέθισμα στη γκλάβα κείνη την ώρα, ξέρω γω, η ιδέα πώς μεταφράζεται σε εικόνα. Αλλά όπως και να'χει, well done.

3)Μουλωχτός μπεκρής (ο κανόνης)
----------------------------------------
Καταρχάς, να εξομολογηθώ ότι, όπως και πολλοί από σας φαντάζομαι, έχω ενδώσει πολλές φορές στο πολυαγαπημένο "κανονάκι" σε μαγαζά. Η τέχνη του κανονιού (ή "πιστόλα" αν θέλετε) είναι μια ικανότητα που για να την αποκτήσεις πρέπει να περάσουν χρόνια και χρόνια. Λεπτεπίλεπτες κινήσεις, σίγουρες για τον εαυτό τους, εκμετάλευση της ατμόσφαιρας του κάθε μαγαζιού, πολλά εν πάσει περιπτώσει, που δε μας σηκώνει και βδομάδα ολόκληρη να τα αναλύουμε. Οι συγκεκριμένοι τύποι είναι αφόρητα διασκεδαστικοί, ενοχλητικοί, ή συμπαθείς, αναλόγως της καύλας σας. Αλλά όπως και να'χει, να θυμάστε: όταν πάτε να μπείτε σε ένα μπαρ και την ίδια στιγμή βγαίνουν άτομα που φαντάζουν αδιάφορα, αλλά την ίδια στιγμή, με το που στρίψουν απ' τη γωνιά, αρχίσουν να γελάνε ευχάριστα, τότε δύο συμβαίνουν: είτε είναι πετυχημένοι κανονάκηδες (και ναι, το γέλιο και οι εναγκαλισμοί είναι ένα είδος τελετουργικού, αν θέλετε, για την επιτυχία του να φύγουν χωρίς να πληρώσουν, ή να πληρώσουν λιγότερα απ'ό,τι χρωστάνε καθαρά), είτε η φάτσα σας είναι υπέροχα διασκεδαστική και φέρθηκαν ευγενικά.

4)Ψυγειομπεκρής (ο αποτυχημένος κομικός)
----------------------------------------------
Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν χιούμορ. Οκέη. Ούτε γω ιδιαίτερα, απλά είχα την ευτυχία να γνωρίσω μερικούς που το κατέχουν και γαμάει. Αλήθεια γαμάει, πέρα από υποκειμενικότητες περί του "τι κάνει το καθένα να γελάει". Ή το'χεις, ή δε το'χεις. Είναι ίσως άβολο, να είσαι σε μια παρέα, απ' την οποία ένα άτομο χωρίς χιούμορ, εκτοξεύει συνέχεια κρυάδες, και απαιτεί από σένα να γελάσεις. Το κατανοώ. Αλλά ρε πούστη, αν η ίδια παρέα είναι στο μπαρ, και κάποιο παρόμοιο άτομο έχει γίνει λιάρδα, δε σε σώζει τίποτα. Κάνε το σταυρό σου, κάνε στσιμπούκι στον Αη Γιώργη, δε ξέρω, ό,τι αισθάνεσαι καλύτερο, αλλά να ξες ότι θα σε φάει η μαρμάγκα. Ο ψυγειομπεκρής θα σε βομβαρδίσει με ένα μάτσο απαίσια λογοπαίγνια, αποτυχημένα ανέκδοτα (τα οποία παίρνουν ώρα, και τα οποία, μα το θεό, παίζει να μπερδέψει σε βαθμό κακουργήματος, ή, παίζει τα ανέκδοτα να γαμάνε σαν ανέκδοτα, αλλά να τα πει τόσο κατακρεουργημένως ευνουχισμένα, που να ξενερώσει και καυλωμένο ελέφα), ανούσιες δήθεν πιπεράτες ιστορίες (καρφώστε το καλά στο νιονιό σας: το να λέτε απλά μια ιστορία που έχει σεξ και πούτσες και μουνιά, θεωρείται αστείο μόνο από βρέφη, ανοργασμικές θεούσες και 14χρονα που ακόμα φαντασιώνονται πως είναι το γυναικείο όργανο αναπαραγωγής), ή και καλά "ψαγμένο" χιούμορ, "εγκεφαλικό", όπου "εγκεφαλικό" εννοείται εγκέφαλος αμοιβάδας βέβαια. Κοίτα να δεις: σαν ευγενής παπάρας σε βαθμό παρεξηγήσεως, συνήθως χαζογελάω μέχρι να σουρώσω καλά, μετά απλά όλα γυρίζουν και δε προσέχω τίποτα, οπότε άστον να μιλάει και γάμα τον. Οι πιο σπαθί τύποι, έχουν όλο το δίκιο του κόσμου να τους κάνουν κλύσμα με μίσος μέσα στο μαγαζί. Τους αξίζει.

5)Βαρβατομπεκρού (η αγριογκόμενα)
----------------------------------------
Πείτε με μαλάκα, οι γυναίκες της παρέας, αλλά το γυναικείο φύλο το ψιλοσνομπάρω στα ποτά. Δε λέω ότι δεν υπάρχουν γυναίκες που βάζουν κάτω άνετα άντρες στο πιοτί, αλλά, ούτε έχω τύχει να γνωρίσω καμία τέτοια, ούτε και πιστεύω ότι είναι πολλές. Άρα εδώ μιλάμε με τα δικά σας δεδομένα/μέτρα, ω πανέμορφες (έτσι, να βγάλω και μια ευαισθησία καλλιτεχνική, να πιάσω και γκόμενα, που είναι και ο απώτερος σκοπός της τέχνης). Η βαρβατομπεκρού θα νιώσει ζαλάδα, και, ίσως δήθεν απειλούμενη, θα σφιχτεί, θα κρατηθεί από τη μπάρα δυνατά, θα μασουλάει πατατάκια κοζάροντας σα μπάτσος τους πάντες, θα είναι στη τσίτα ρε αδερφέ. Αν κάποιος κακόμοιρος, δε, κάνει το λάθος να πάει να της τη πέσει, θα φάει είτε σνομπάρισμα, είτε βρίσμο του αιώνα- "ποιος είσαι συ", "τι νομίζεις ότι κάνεις", "πουτάνα με πέρασες ρε μαλάκα" και τέτοια. Μερικές, θεωρούν καλό να βρίζουν τον άλλο μες τα μούτρα του επί 3 ώρες, αγνοώντας το ότι, αν ο άλλος, άντρας γαρ, νευριάσει και με το δίκιο του, δε το χει και πολύ να της χώσει καμιά μπουνιά στο κούτελο. Οπότε κοπέλες, ηρεμάτε και χαλαρώστε. Όλος ο κόσμος σας ανήκει.

6)Μαέβιους Παχατουρίδης (ο κωλοκαλλιτέχνης)
----------------------------------------------------
Ναι, ίσως λίγο "ιδιαίτερο", αλλά δεν είναι και σπάνιο. Δε θα αναφερθώ καν σε dress codes και τέτοια. Δε θα αναφερθώ καν στην σεξουαλική προτίμηση, συνήθως, αυτών των τύπων (λέω "συνήθως". οκέη. Λέω, "ΣΥΝΗΘΩΣ". Δω μέσα πολιτικάλυ κορέκτ μαλακίες δεν έχει, γκέγκε;). Τίποτα από αυτά δεν είναι ουσιαστικά ενοχλητικό. Αυτό όμως που σε κάνει να θες να αρπάξεις γρύλο και να τους αδειάσεις τα αιμοπετάλια στο τραπέζι, είναι ότι νιώθουν την απέραντη, την ΑΙΩΝΙΑΑΑΑΑ, την ΜΕΓΑΛΗΗΗΗΗΗΗ ανάγκη, να δείξουν σε όλους, πόσο καλλιτεχνάρες, θεωρητικά έστω, είναι. Και "ο Τζιραλντάιο αυτό" και "ο Ιερώνυμος Μπος" το άλλο και "ο Ρόρρης, πήγα στην έκθεσή του, μεχ, μέτριααααααα", ναι, λες και μπορείς να ζωγραφίσεις εύκολα σα το Ρόρρη, παλιοπουτανίτσα πεοκαταναλώτρια. Τα λόγια είναι απλά: (1) οι θεωρητικές γνώσεις από μόνες τους δε σε κάνουν καλλιτέχνη, αν είσαι κλειστόμυαλο αρχίδι που περιφρονεί τα πάντα εκτός από την αντανάκλασή του στο καθρέφτη, (2) η τεχνική δε σε κάνει καλλιτέχνη, αν είσαι κλειστόμυαλο αρχίδι που περιφρονεί τα πάντα εκτός από την αντανάκλασή του στον καθρέφτη, (3) ο συνδιασμός αυτών των δύο δε σε κάνει καλλιτέχνη, αν είσαι κλειστόμυαλο αρχίδι που περιφρονεί τα πάντα εκτός από την αντανάκλασή του στο καθρέφτη, (4) το να ψάχνεις να γίνεις καλλιτέχνης, είναι τόσο μαλακισμένο, όσο και το να γαμάς τη γκόμενά σου, και να τη ρωτάς όλο συναισθηματικότητα, "σε πονάω αγάπη μου;". Άντε ρε μαλάκες, άντε.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Δηλώνω ότι...


...σήμερα ήταν μια εξαίσια μέρα.
Και πειδη είμαι στα χάι μου να πούμε, τσακώστε και τραγουδάρα:

http://www.youtube.com/watch?v=8VgjxPcVols

Άιντα! Άλα μου!

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2009

Ξεσκαρτισματάκι


Έκανα ένα ξεσκαρταρισματάκι στο blog σήμερα, έσβησα τα περισσότερα μεθυσμένα posts, αφήνοντας το τελευταίο gay χτεσινό για να κλείσει η φάση με το μεξικάνικο κωλοδάχτυλο που πολύ γουστάρω.

Και φυσικά η φάση/θέμα θα κλείσει μέχρι να ξανανοίξει κάποιο από αυτά τα βράδια τίγκα στη σούρλα. Βεβαίως, βεβαίως- κάνεις το καλό, πας να προσπαθήσεις να ευχαριστηθούνε όλοι, και σε θεωρούνε και μαλάκα.
Πάρτα, Ηλία:

Αν έτσι είναι να πάει, ας πάει.
Ώχου πια.